Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Kariotakhs

Αφιέρωμα στον Κώστα Καρυωτάκη




Συνοπτικό χρονολόγιο της ζωής του Κ. Καρυωτάκη
1896
30 Οκτωβρίου: Γέννηση Κ.Γ.Κ στην Τρίπολη· δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Κ. Καρυωτάκη (από τη Συκιά της Κορινθίας) και της Τριπολιτσιώτισσας Κατήγκως Αθ. Σκάγιαννη. Έχει μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και το 1899 θα αποκτήσει έναν αδελφό, το Θάνο. Λόγω των μεταθέσεων του πατέρα, περνά τα παιδικά χρόνια σε διάφορες πόλεις: Λευκάδα, Αργοστόλι, Λάρισα, Καλαμάτα.
1909 (13 ετών)
Στην Πάτρα, έως το 1911;
1910(14 ετών)
Αύγουστος: Μνημονεύεται σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των Παίδων
1912(16 ετών)
Στα Χανιά, έως το Σεπτέμβριο 1913 -- Πρώτοι στίχοι -- Αρχή συνεργασίας με λαϊκά περιοδικά της Αθήνας: Ελλάς, Παρνασσός κ.α., έως το 1916
1913(17 ετών)
Ερωτεύεται τη Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη· ο δεσμός τους θα συνεχιστεί, με διακοπές, τουλάχιστον ως το 1922 -- Αποφοιτά («λίαν καλώς») από το Γυμνάσιο Χανίων -- Σεπτέμβριος: Στην Αθήνα, για Νομικά.
1914(18 ετών)
Παραθερίζει στα Χανιά -- Επιτρέφοντας στην Αθήνα, πιάνει μοναχικό δωμάτιο στη Νεάπολη -- Αρχή φιλίας με τον Άγι Λεβέντη.
1915(19 ετών)
Γάμος Άννας Σκορδύλη -- Αρχή φιλίας με το Χαρίλαο Σακελλαριάδη -- Μάρτιος: Δύο ποιήματά του δημοσιεύονται στην εφημερίδα Ακρόπολη, με επαινετικά σχόλια του Βλάση Γαβριηλίδη.
Το έργο του

α. Ποιήματα


Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων (1919)

ΘΑΝΑΤΟΙΕίναι άνθρωποι που την κακήν ώρατην έχουν μέσα τους.
Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλακι απ' τη χαρά ζεστά των φιλημάτων, χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων·
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατεκαι διψασμένα εμείνατε ποτήρια,ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατεκι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια·
ω, που' χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο,ω, που' χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,και τον καημό δεν είπατε που γράφω·
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μουτον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπουμάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μουτον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.
GALAΘα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα
Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,ελάτε στο δικό μου περιβόλι,μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύγια ναν το ζήσουμ' όλοι.
Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώςτο μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει.Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός.Κλαίει παρακάτου η βρύση.
Από τα σπίτια που είναι σα βουβά,κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,με φρίκη το φεγγάρι αποτραβάτ' ασημοδάχτυλά του.
Είναι το βράδυ απόψε θλιβερόκι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ,όσοι έχουμε το μάτι μας ογρόκαι μέσα μας τον άδη.
Οι μπάγκοι μας προσμένουν.Κι όταν βγειτο πρώτο ρόδο στ' ουρανού την άκρη,όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγήστο μαύρο μας το δάκρυ
θα καθρεφτίσει τ' απαλό της φως.Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε,τον πόνο του θα ειπεί καθε αδερφόςκι όλοι σκυφτοί θ' ακούμε
Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρόπου σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,τη λέξη τη λυπητερή θα βρωπου ακόμα δεν ειπώθη.
Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,ελάτε στο δικό μου περιβόλι,μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύγια ναν το ζήσουμ' όλοι.ΧΑΜΟΓΕΛΟΧωρίς να το μάθει ποτέ,εδάκρυσε,ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.
Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.Δεν βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένηστο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.
Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,στο στήθος της ανεβοκατεβαίνειτο πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ' Απρίλη
Ξεφεύγουνε απ' το σύννεφον αχτίδεςκαι κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχειμια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες
που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντιακαι που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχεικαθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.
ΖΩΕΣΚι έτσι πάνε και σβήνουνε όπως πάνε.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φωςαγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούνσαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούναιώνια κι αξεχώριστα, καθώςμες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως...
Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστέςαπ' τα ρουμπίνια χείλη γυναικόςως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρόςτα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστέςστ' αγαπημένα χείλη γυναικός.Λέω τις ζωούλες που 'ναι κρεμαστές...
που δεν τις υποψιάζεται κανείς,έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλέςκαι σκοτεινές και ξένες και θλιβέςτο βήμα, την ιδέα μιας λυγερής(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γηςθα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλέςΠου δεν τις υποψιάζεται κανείς...
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπάσαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής,από τη σκέψη μιας περαστικήςπου, για να τρέχει τόσο χαρωπά,δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγάσαν την ψυχή καντήλας αυγινής.Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά...
ΑΝΟΙΞΗΕτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.
Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό τηςστου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότηςπαλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία...
Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ' άστρασηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.
Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίαςοι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τουςτα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.
ΝΥΧΤΑΕίναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.
Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνεαποσταμένοι οι έρωτεςκι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανετον πόνο που κρατάνε
Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρισκυμμένο προς τα δάκρυα τουκι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλωντο δρόμο της θα πάρει
Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνειχλωμό και μυστηριώδικοκι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξεκαι λείψανο να βγαίνει.
Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τουςκι αυτοί λέν πως έτριξε·δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεταιμελλοντικούς θανάτους.
Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνεςτη νύχτα την αστρόφεγγηπου θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινεκαι παίζουν οι λατέρνες.
Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνεοι λησμονιές γλυκύτατες·οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τουςκαι οι άνθρωποι θ' ακούνε
Καθημερνών χαμώνε κοιμητήριτο πάρκον ανατρίχιασετην ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησενα πάει στη χλόη να γείρει.
ΜΥΓΔΑΛΙΑΚι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβωπώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκαπου αγαπιέται.
Εχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσεικι είν' έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει·μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνεικαι τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.
Κι αλοίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση...Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζωκαι με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζωτη μυγδαλιά που 'χει στον κήπο μου φυτρώσει.
Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει·όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλακαι τα κλαράκια της θε ν' απομείνουν ξύλα.Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει
Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ' αγάπη τόση...
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΜεσ' από το βάθος των καλών καιρώνοι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.
Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζειςπου δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.
Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά-- πόσος καιρός! -- τα χάιδεψες μια νύχτα·και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύειμια συφορά παλιά και να ξυπνά.
Θα στήσουνε μακάβριο το χορόοι θύμησες στα περασμένα γύρω·και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότεκαι θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.
Τα μάτια που κρεμούν -- ήλιοι χλωμοί --το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένεςοι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...
ΑΓΑΠΗΚι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.Και με είδε μια αχτίδα
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό τηςκι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότιδεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.
ΘΑΛΑΣΣΑΟμως τα στήθια που τα ταράζει κάποιοθανάσιμο πάθος δεν θα γαληνέψουν
Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένιαστο μολυβένιον ουρανόσαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέραςφεύγουνε πίσω απ' το βουνό.
Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμαδίνει της -- μπλαβό εκεί μακριά,πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο --κάποια παράξενη θωριά.


Νηπενθή (1921)
ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ
Δικά μου οι στίχοι, απ' το αίμα μου, παιδιά.Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτιατα δίνω από την ίδια μου καρδιά,σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια.
Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό,αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο.Ηλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ,ζώνη ναν τα 'χουν όταν θα νυχτώσω.
Τον ουρανόν ορίζουν, τη γη.Ομως ρωτιούνται ακόμα σαν τι λείπεικαι πλήττουνε και λιώνουν πάντα οι γιοίμητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη
Το γέλιο του απαλότερου σκοπού,το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου·είμαι γι' αυτούς ανίδεος ρήγας πουέχασε την αγάπη του λαού του.
Κει ρεύουνε και σβήνουν και ποτέδεν παύουνε σιγά-σιγά να κλαίνε.Αλλού κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·Λήθη, το πλοίο σου φέρε μου να πλένε

ΓΥΡΙΣΜΟΣ
Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, που δρομείς,του πλοίου μας ευλογία,όμοια γαλήνη σου βαθιά κι όμοια βαθιά θ' ακούαμε μειςεδώ την τρικυμία.
Κάτου απ' την πάχνη αναρριγά, με του κορμιού της την ογρήνωχέλεια, περιστέραη Αθήνα, κι ηδονεύεται ακι σαν νυμφίον ακαρτερείτον ήλιον από πέρα.
Είναι, που αιθρίασεν, ο ουρανός χήτη του Πήγασου, ξανθήτου Παρθενώνα μοίρα, ποτήρι και ξανάστροφα το κρεμεί ο Δίας για να χυθείτ' ονειροφώς πλημμύρα.
Άσωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας, να λυγιστώστην άυρα σα λουλούδι,χώμα, ουρανέ και θάλασσα της Αττικής, που σας χρωστώτα πάντα, το Τραγούδι!

ΕΥΓΕΝΕΙΑ
Κάνε τον πόνο σου άρπα.Και γίνε σαν αηδόνι,και γίνε σα λουλούδι.Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,κάνε τον πόνο σου άρπακαι πέ τονε τραγούδι.
Μη δέσεις την πληγή σουπαρά με ροδοκλώνια.Λάγνα σου δίνω μύρα-- για μπάλσαμο -- και αφιόνια.Μη δέσεις την πληγή σου,και το αίμα σου, πορφύρα.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»μα κράτα το ποτήρι.Κλότσα τις ημέρες σου όνταςθα σου 'ναι πανηγύρι.Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»με λέγε το γελώντας.
Κάνε τον πόνο σου άρπα.Και δρόσισε τα χείληστα χείλη της πληγής σου.Ένα πρωί, ένα δείλι,κάνε τον πόνο σου άρπακαι γέλασε και σβήσου.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ
Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρητου κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυγια να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.
Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλωναστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,ο Σάντσος λέει «δε σ' το 'λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλωνσχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ' άλογό μου!»
Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσαστην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότεςάναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν' απαρνηθούν τις πρώτες.
Τους είδα πίσω να 'ρθουνε -- παράφρονες, ωραίοιρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο --και σαν πορφύρα νιώθωντας χλευαστικιά, πως ρέει,την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

ΠΟΛΥΜΝΙΑ
Ψεύτικα αισθήματαψεύτη του κόσμου!Μα το παράξενοφως του έρωτός μουφέγγει στου σκότεινουδρόμου την άκρη:Με το παράπονοκαι με το δάκρυ,κόρη χλωμόθωρημαυροντυμένη.Κι είναι σαν αίνιγμα,και περιμένει.Λάμπει το βλέμμα τηςαπ' την ασθένεια.Σάμπως να λιώνουνεχέρια κερένια.Στ' άσαρκα μάγουλαπως έχει μείνειπίκρα το νόημαγέλιου που σβήνει!Είναι το αξήγητοτο μικροστόμαδίχως το μίλημα,δίχως το χρώμα.Κάποια μεσάνυχταθα σε αγαπήσω,Μούσα. Τα μάτια σουθαν τα φιλήσω,να 'βρω γυρεύονταςμες στα νερά τουςτα χρυσονείρατακαι τους θανάτους,και τη βασίλισσαλέξη του κόσμου,και το παράξενοφως του έρωτός μου.

ΠΟΙΗΤΕΣ
Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήρανσε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν...Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένεςστα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας...Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.Το φώς, που κατεβαίνει, της ημέρας,κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζειμ' όλα τριγύρω τ' άλλα λουλουδάκια,περνάει από κοντά σας και δε βλέπειτον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψειτα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,κι η καλωσύνη αν χύνεται των άστρων,ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπωνη τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,ανθάκια μου χλωμά, που σας επήρανσε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν
ΜΠΑΛΑΝΤΑ
ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένειπλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερήτων Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερήμπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.Κανένας όμως δεν ανιστορείκαι το έρεβος εσκέπασε βαρύτους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερήμπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι.
Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνεικι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,στην τραγική απάτη τους δομένοιπως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερήμπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρήμπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;»

ΔΕΝΤΡΟ
Με αδιάφορο το μέτωπο και πράο,τα δείλια, τις αυγές θα χαιρετάω.
Δέντρο θα στέκομαι, όμοια να κοιτάζωτη θύελλαν ή τον ουρανό γαλάζο.
Είναι ζωή, θα λέω, το φέρετρο όπουλύπη, χαρά τελειώνουνε του ανθρώπου.

ΧΑΡΑ
Ελπίζω το λουλούδι και απ' τα σχίνα.Γελάει το χλόισμα σαν τον έρωτά μου.Το πεύκο παίζει αβρό με την αχτίνα.Θα ευώδιασαν οι τάφοι, κλίνες γάμου.
Παλμός του δάσους, φεύγει μια ελαφίνα.Και δίπλα που ξαπλώσαμε δω χάμου,την ψυχούλα τους στάζουν άγρια κρίνακι ανοίγει, ρόδο αιμάτινο, η χαρά μου.
Τη βλέπω -- στα μαλλιά σου πνέει -- την άυρα.Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να 'βρατο δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη.
Πια δεν πονώ μηδέ την ανεμώνη,στης γης η ερωτοπάλη που τη λειώνει,καθώς ορμάω για να σου πιω τα χείλη.

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ
Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε.Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασεκαι με την πίκρα κάποτε της πείνας.
Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μουτον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,με τ' όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.
Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σουκαι θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σουκι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.
Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο που επίναμε για να ξαναζητήσω.Θα λείπεις, το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο,όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.
Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζονταςστο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

ΣΤΡΟΦΕΣ
(1)
Είκοσι χρόνια παίζονταςαντί χαρτιά βιβλία,είκοσι χρόνια παίζοντας,έχασα τη ζωή.Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι,μιαν εύκολη σοφίαν' ακούσω εδώ που πλάτανοςγέρος μου τη θροεί.
(2)
Απ 'όλα θέλω ελεύτεροςνα πλέω στα χάη του κόσμου.Αν ένας φίλος μου 'μεινε,να φύγει, να περάσει.Κι όταν ζητήσει ο θάνατοςτα πλούτη ποχω μάσει,σένα, πικρία μου απέραντη,μονάχο να 'χω βιός μου.
(3)
Για τη ζωή σου μου 'λεγες,για το χαμό της νιότης,για την αγάπη μας που κλαίειτον ίδιο θάνατό της,κι ενώ μια ογρή στα μάτια σουπερνούσε αναλαμπή,ήλιος φαιδρός απ' τ' ανοιχτόπαράθυρο είχε μπει.
(4)
Τι χάνω εγώ τις μέρες μουτη μία κοντά στην άλλη,κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιάξινίζει το κρασί,αφού μονάχα όταν περνώτο βλέμμα από κρουστάλλι,με νέα ρετσίνα ολόγεμοβλέπω τη ζωή χρυσή;
(5)
Η νύχτα μας εχώρισεναπό όσους αγαπάμεπριν μας χωρίσει η ξενιτιά.(Να 'ναι όλοι εκεί στο μόλο;)Σφύρα, καράβι αργήσαμε.κι αν φτάσουμε όπου πάμε,στάσου λίγο, μα ύστερασφύρα να φεύγουμε όλο.
(6)
Λεύκες, γιγάντιοι καρφωτοίστα πλάγια εδώ του δρόμου,δέντρα μου, εστέρξατε ο βοριάςτα φύλλα σας να πάρει.Σκιές εμείνατε σκιώνπου ρέουν στο μέτωπό μου,καθώς πηγαίνω χάμου εγώκι απάνω το φεγγάρι.
(7)
Χαρά! Η χαρά! Στα νέα χαράπαιδιά! Τραβούνε -- ωραίοιμαύροι ληστές -- την κόρη ζωήδεμένη ν' αγαπήσουν.Μα στο βιβλίο σου ολάνοιχτο,στα φύλλα του αύρα πνέει,τρελέ, τρελέ, που εγέρασεςκαι νέος ποτέ δεν ήσουν.
(8)
-- Ποιητή, κυλάει το γέλιο μουμέλι και χλεύη, αλλάδεν παύεις να σφυροκοπάςτων ήχων τα στεφάνια-- Κόρη, δουλεύω ανώφελα,μα η στείρα τι ωφελάκαι σιωπηλή του αχάτινουματιού σου υπερηφάνια;
(9)
Αντίο! Αντίο! Με τα ουράνιαμάτια σας και με βιόλεςστο λαιμό, εφύγατε, ξανθέςερώτων νέων ελπίδες.Αντίο, κι εσύ που στρέφοντας,όταν χαθήκανε όλεςπάλι να παίρνω το βαθύ,σκοτεινό δρόμο μ' είδες!
(10)
Μπρουτζινος γύφτος -- τράλαλα! --τρελά πηδάει κει πέρα, χαρούμενος που εδούλευετον μπρούτζον όλημερακαι που 'χει τη γυναίκα τουχτήμα του και βασίλειο.Μπρούτζινος γύφτος -- τράλαλα! --δίνει κλοτσιά στον ήλιο!

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΑΠΟΨΕ...
Το φεγγαράκι απόψε στο γιαλόθα πέσει, ένα βαρύ μαργαριτάρι.Κι απάνω μου θα παίζει το τρελότρελό φεγγάρι.
Ολο θα σπάει το κύμα ρουμπινίστα πόδια μου σκορπίζοντας αστέρια.Οι παλάμες μου θα 'χουνε γενείδυο περιστέρια·
Θ' ανέβουν -- ασημένια δυο πουλιά --με φεγγάρι -- δυο κούπες -- θα γεμίσουν,με φεγγάρι τους ώμους, τα μαλλιάθα μου ραντίζουν.
Το πέλαγο χρυσάφι αναλυτό.Θα βάλω τ' όνειρό μου σε καϊκιν' αρμενίσει. Διαμάντι θα πατώλαμπρό χαλίκι.
Το γύρω φως ως θαν τη διαπερνά,η καρδιά μου βαρύ μαργαριτάρι.Και θα γελώ. Και θε να κλαίω... Και να,να το φεγγάρι!

ΓΡΑΦΙΑΣ
Οι ώρες μ' εχλώμιαναν, γυρτός που βρέθηκε ξανεάστο αχάριστο τραπέζι.(Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο στον τοίχο αντικρινάο ήλιος γλιστράει και παίζει.)
Διπλώνοντας το στήθος μου, γυρεύω αναπνοήστη σκόνη των χαρτιών μου.(Σφύζει γλυκά και ακούγεται χιλιόφωνα η ζωήστα ελεύθερα του δρόμου.)
Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ο νους,όμως ακόμη γράφω.(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.Σα να 'χουν βγει σε τάφο.)

ΑΘΗΝΑ
Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένηη Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα.Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.
Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνειτο ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέραπορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.
Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ' αγέριροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.
Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όνταςπουλάκια το ένα τ' άλλο κυνηγούνετ' Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας...

ΠΑΡΕ ΤΑ ΔΩΡΑ...
Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να 'ρτεις.Σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου.Στον κήπο μου αρρώστησεν ο Μάρτης,και αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου.
Πάρε του πόνου σου τη σμύρνα κι έλα.Όλα θε να σ' αρέσουν· έχω κόψειτο ρόδο, στο παράθυρο, που εγέλατην αυστηρή μου βλέποντας την όψη.
Πάρε απαλά τον οίχτο σου, να φτάσεις,και πάρε του καημού σου τη γαλήνη.Στα μάτια μου το χέρι θα περάσεις,το βραδινό μου δέος για ν' απαλύνει.

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ
Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς,φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη·
όταν, φτασμένη απάνω στον ορίζοντα, θα ιδείςμίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,όταν ανέβει από τα εξαίσια τ' άνθη της ζωήςμύρον η απαγοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα
την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθείςμ' ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια --μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις;ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;

ΜΟΝΟ
Αχ, όλα έπρεπε να 'ρθουν καθώς ήρθαν!Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,να φύγουνε, να σβήσουν.
Ετισ, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκιν' αφήσω κάποιο δείλι.
Τα ωραία κι απλά κορίτσια -- ω, αγαπούλες! --η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,να με βαραίνει στείρος.
Ολα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχταδεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να 'ναι,να παίζουνε τ' αστέρια εκεί σαν μάτιακαι σα να μου γελάνε.

ΔΡΟΜΟΣ
Τώρα μακραίνουνεπύργοι, παλάτια.Κλαίνε μου οι θύμησες,κλαίνε τα μάτια.
Τώρα θανάσιμηνύχτα με ζώνει.Μέσα μου ογκώνονταιοι άφραστοι πόνοι.
Μ' είδαν, προσπέρασανόσοι αγαπάω.Μόνος απόμεινακι έρημος πάω.
Πόσο τ' ανέβασματου άχαρου δρόμου!Στρέφω κοιτάζονταςπρος τ' όνειρό μου:
Μόλις και φαίνονταιοι άσπρες εικόνες.Τ' άνθη, χαμόγελαμες στους χειμώνες.
Αεροσαλεύουνεκρίνοι και χέρια.Ηλιοι τα πρόσωπα,μάτια τ' αστέρια
Είναι και ανάμεσασ' όλα η Αγάπη:Στο πρωτοφίλημακόρη που εντράπη.
Κι όλο μακραίνουνεπύργοι, παλάτια.Κλαίνε μου οι θύμησες,κλαίνε τα μάτια...

Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ
(1)
Παλιό η ψυχή μου γράμμα είναι κι εγράφησε μια παρθένα ωραία -- ευγενικήπαρθένα -- που για λύπη ερωτικήτο μοναστήρι εδιάλεξεν, ετάφη.
Τι τώρα κι αν ασπρίζουνε οι κροτάφοι;Το τότε κι αν η μοίρα ήταν κακή;Ενα συρτάρι εβένινον εκείτων αναμνήσεων κρύβει το χρσάφι.
Την ώρα που γεμίζουν ίσκιο οι θόλοι,καθισμένη σε πέτρα το κοιτά,το σφίγγει στα ωχρά χέρια κλαίοντας όλη.
Επειτα, ενώ, με βλέφαρα κλειστά,το φευγαλέο της όραμα κρατά,σηκώνεται και πάει στο περιβόλι.
(2)
Με τον καιρό που πρόσχαρη ήταν νέα-- αλίμονο! -- για να αναμετρηθεί,για να 'βρει ένα σκοτάδι πιο βαθύ,σέρνεται προς την πένθιμη αλέα.
Βαριά στη ζωή της έπεσε η αυλαίακει δεν μπορεί καλά να θυμηθεί.Το χείλος, μόνο ξέρει, δεν ανθεί,δεν είναι πια τα μάτια της ωραία.
Κι όπως τα δέντρα ολόγυρα σιωπούν,έτσι ποτέ για εκείνον που τη χάνει,ποτέ δε θα 'ρθουν άνθρωποι να πουν.
Αχ, μήτε τ' όνομά του εδώ δε φτάνει!Να ζει; Και παντα ναν τον αγαπούν;Μην έχει τάχα -- σαν αυτή -- πεθάνει;
(3)
Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνειολοένα κάποιος έρωτας πικρός,που λησμονήθηκε κοιτώντας προςτα περασμένα, κι έτσι θ' απομείνει.
Κατάμονη σε μι' άκρη, όπως εκείνη,σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός.Ενας ακόμη θα 'σουνα νεκρός,αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη.
Σαν αδερφούλα η κόρη αυτή σου μοιάζειπου γέρνει, συλλογίζεται και αργείχαμένην ευτυχία να νοσταλγεί.
Δικό σου λέω, ψυχή μου, είναι μαράζιόσα, το βράδυ, δάκρυα, την αυγή,στα ρόδα κατεβαίνει και μοιράζει.

ΥΠΝΟΣ
Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρανα πάμε να πεθάνουμε μια νύχταστο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκιαγλυκά. Κι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,στον ουρανό, τ' αστέρια και τα εγκόσμια.Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα.Και γαλανό σαν κύμα τ' όνειρό μαςθα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι.Αγάπες θα' ναι στα μαλλιά μας οι αύρες,η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει,και κάτου απ' τα μεγάλα βλέφαρά μας,χωρίς ναν το γρικούμε θα γελάμε.Τα ρόδα θα κινήσουν απ' τους φράχτες,και θα 'ρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι.Για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο,θα αφήσουνε τον ύπνο τους αηδόνια.Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκιαγλυκά. Και τα κορίτσια του χωριού μας,αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρωκαι, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνεγια τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιοτης Κυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε.Το χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια,θα μας διηγιέται -- ωχρή -- σαν παραμύθιτην πίκρα της ζωής. Και το φεγγάριθα κατέβει στα πόδια μας λαμπάδατην ώρα που στερνά θα κοιμηθούμεστο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας.Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκιαπου όλη τη μέρα έκλαψαν κι απόστασαν.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραίατα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέατριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.
Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν·τα πλήχτρα υποχωρούσανε· τις νότες,τη μελωδία σαν έπαθλο χαρίζαν.Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτεςπου την ελευτερία τους εκερδίζαν.
Δεν θυμούμαι καλά, πέρασαν χρόνια,πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει·εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια.Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.
Η πεταλούδα πάντα θα πετάξειαφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.Θρίσμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,κι εχάθηκες. Από το παραθύριη πεταλούδα πάντα θα πετάξει...



ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΗΤΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ...
Τώρα που μήτε ο έρωτας μήτε η φιλία της φέρνει,μήτε κι αυτό το μίσος μου παρηγοριάν, α, πώςη ώριμη θλίψη μου κατά καιρούς τα περασμένα γέρνει,της νιότης μου καρπός!
Χορδή η καρδιά μου δέχονταν το Μάρτη ανατριχίλα.Ακόμα με συνέπαιρνε γλυκιά μια συλλογήόταν το νέο Φθινόπωρο με μαραμένα φύλλαεράντιζε τη γη.
Μια πεταλούδα επέταγε και την ακολουθούσα·ήταν η απάρθενη ζωή μου, η ζωή του κόσμου, η μια.Ο νους μου σάμπως ξύπνημα τη χαραυγή. Και η Μούσαμού άγγιζε τα μαλλιά.
Δώστε μου τα παιδιάτικα χρόνια μου πόχουν γίνειστην ηρεμία του δειλινού χρυσός, ωραίος καπνός,τα χρόνια που 'ρθανε χαρά, πέρασαν καλοσύνη,κι έφυγαν ουρανός.
Νάλετε πάλι στο πικρό χείλος μου την αχτίδα,στα μάτια την ανθρώπινη και θεία σταλαγματιά.Εξωτικό μπλάβο πουλί, φέρετε την ελπίδα,χαμένη τώρα πια.
Και στο χλωμό μου μέτωπο για λίγο κάμετε ώστεχίμαιρες, οραματισμοί σαν άστρα να κυλούν.Οι άγγελοι να διατάζουνε, κι από τα τέμπλεα δώστεοι θεοί να μου γελούν.
Ύστερα, στο κορύφωμα του απελπισμένου δρόμου,ας ήτανε ανατέλλοντα τα μάτια σου να ιδώ,πρώτη αγαπούλα, και να κράταες άνθος τ' όνειρό μου,τ' όνειρο που μαδώ.
Α, πώς η λύπη μου κατά τα περασμένα στρέφει!Όμοια και η νύχτα πάντοτε γυρίζει στο πρωί.Α, πώς τα χρόνια σαν καπνός εχάθηκαν, σα νέφη,σαν πάχνη, σα ζωή!

ΕΣΠΕΡΑ
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθηστον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέραπου εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοικι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα.
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθηγινόταν άστρο. Σύννεφο από πέραμεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθειμε μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα).
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,το στερνο ρόδο θα 'χανε η σέρακαι η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.Τ' άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα.
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...

ΜΟΝΑΞΙΑ
Μεσάνυχτα και λείπετε, αδερφούλες μου.Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι.Τις κάμαρες θ' ανοίξω που στοιχειώσανε,τ' αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει.Ανε με πάρει ο ύπνος, μέσα στ' όνειροθα 'ρθει κάποια από σας να ξυπνήσει.
Πού πήγατε, αδερφούλες μου, κι απόμειναμονάχη μες στο σπίτι μας και ξένη;Στην άρπα, που ενοστάλγησε τα δάχτυλα,η αράχνη τον καημό μου τον υφαίνει.Τα χέρια μου, όπως δένω κι όπως θλιβομαι,με βλέπει αντίκρυ ο σκύλος και σωπαίνει.
Τι να 'φταιξα και ασπρίζουν στο τρισκόταδο,σαν τάφοι, τ' αδειανά σας τα κρεβάτια;Ποτέ του γυρισμού το γλυκοτράγουδο,ποτέ δε θαν το πουν τα σκαλοπάτια;Πώς ξεχειλά σα δάκρυον, αδερφούλες μου,η αγάπη στα μεγάλα μου τα μάτια!
ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ...
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·
κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδιστον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδικι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·
κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μουβαθιά μέσα στον πόνο που πονώ --καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μουσα βλέπω το μεγάλο ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!
ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΜΟΥ
Είσαι άντρας. Ομως ο ίδιος πάντα μένω· τα χρόνια που περάσανε με άφησανπαράξενο παιδάκι γερασμένο.Και δεν ποθώ πια τίποτε αδελφέ μου·τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσανκαι τα 'δωκα, ροδόφυλλα του ανέμου.Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσειςτις έγνοιες της ζωής που σ' εκερδίσαννα 'ρθεις απο 'κει πέρα, να περάσειςτριγύρω μου το χέρι και σκυμμένοςν' ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαναυτόν που τόσο σου 'ναι αγαπημένος;Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,θα σου 'λεγα πως όλοι μ' εμισήσαν,πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα,διωγμένος κάθε μέρα απ' τους ανθρώπους,μη ξέροντας ποιοι τόποι μ' εκρατήσαν,μη ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους.Κι ως είσαι λατρεμένος αδελφός μου,τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίασανφιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαντα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,για τις χαρές που ακόμα με κρατούνεικέτη, θε να σου 'λεγα, μα έσβησαν,για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε...


Ελεγεία και Σάτυρες (1928)

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ
Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύσηκαι τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.
Το θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ήλιου.Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική, Noκι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.
Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοιδέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώςτα περιστέρια που σκορπούν οιναυαγοί στην τύχη,κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ
Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρουκαι στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!Να 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρουσε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.
Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω![Ο ΚΗΠΟΣ ΕΙΜΑΙ...]
Ο κήπος είμαι που άλλοτε με τ' άνθη του ευωδούσεκι εγέμιζε με χαρωπό τιτύβισμα πουλιών,που με κρυφομιλήματα και ψίθυρο φιλιών,τη νύχτα, στη σκιάδα του, η αγάπη επερπατούσε
Ο κήπος είμαι που έμεινε χρόνια πολλά στην ίδιαθέση, μάταια προσμέοντας κάποιαν επιστροφή,που αντί λουλούδια τώρα πια στ' αγκάθια έχει ταφεί,που σώπασαν τ' αηδόνια του και πνίγεται στα φίδια.
[ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΥ...]
Ολα τα πράγματά μου έμειναν όπωςνα 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.
Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνταιμιαν ώρα που περάσαμε μαζί,σ' εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,σ' εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.
Ηταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.Εχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.
Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.Το ερημικό μου σπίτι αντιβοείστην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.
Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος,σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς,κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπωςνα 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,μηδέ η ριπή μ' εχτύπησε του ωκεάνειου ανέμου.Σκλάβο πουλί, τ' ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτεράκαι δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.
Μα πάντα, ω φύση, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινήλάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!
Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,με το χρυσίο χαμόγελο του μαραμένου βρύου,μ' ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.
Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,ω φύση, θα 'ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.Θα' ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα 'ναι πάντα ονειρευτήη ώρα με τ' αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!

[ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ...]
Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλοςτου κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.
Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένοτον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.
Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολήμόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνατου ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ...
Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνειαπάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει
Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνονμια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων
Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγόςνερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,εκεί, στο απόλυο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.[ΔΕΝΤΡΑ ΜΟΥ...]
Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχίαμαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.
Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ' έχετε και φίλο,τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.
Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου να μένω απ' όλα πίσωτα θαλερά και τα εύθυμα στα πλάση,εγώ λιγότερο γι' αυτό δε θα σας αγαπήσω,όταν θα μ' έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

[ΜΙΚΡΑ -- ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ]
Καθώς βαδίζω, μια σκιά μ' ακολουθεί από πάνωσαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού.Είναι μαζί μου όπου να πάω, μαζί μου ό,τι να κάνω,και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του θεού.
*****
Σάββατο βράδυ: ανοίγουνε στο δρόμο σα λουλούδιαοι απλές καρδιές, παθητικά ν' ανέβουνε τραγούδιαπου για τη χαρά ή τον απαλό του έρωτα ψάλλουν πόνο,ενώ για μένα η εβδομάδα ετελείωσε και μόνο.
*****
Ενα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!
*****
Λύπη ας ερχόταν η χαρά, μόνο ήθελα να σπάσειεμέ η καρδιά κι ανάλαφρη να πέσει καταγής,όπως το ροδοπέταλο που θύελλα έχει αρπάσει,ή ακόμη που το εβάρυνε και η δρόσος της αυγής.
*****
Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπεςάθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα.Μόνο είδα, φεύγοντας πρωί, στην πόρτα μου τολύπεςτα ρόδα, και γυρίζοντας έκοψα μια γιρλάντα.
*****
Σύμβολα εμείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν,άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους,τάφοι που πάντα με ανοιχτή χρονολογία προσμένουν,γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους
*****
Αλογα μαύρα, θίασος ιπποδρομίου, πετούνεοι σκέψεις τώρα, φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου.Κι είμαι ένας κλόουν τραγικός, που οι άνθρωποι θα δούνενα παίζει, να συντρίβεται με την οπλή του αλόγου.[ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ]
Θα 'ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μουθα καθίσουν βαθιά λυπημένες.Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμποκαι θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.
«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουνεμες στη θύελλα, καιπια δε μπορούμε,δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.Ενα θάνατο πάρε και δώσε.Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.
«Τα χρυσά πού 'ναι τώρα φθινόπωρα,πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστροουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;Οταν πίσω και πέρα μακραίνανε,πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;
»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζετο σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,ένα θάνατο πάρε και δώσε.»
Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,θ' απομείνουν βουβές, μυροφόρες.Ολοένα στην ήσυχη κάμαραθα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπωτα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τουςπου γεμίζανε φως τη ζωή μου...[ENA ΞΕΡΟ ΔΑΦΝΟΦΥΛΛΟ...]
Ενα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,το πρόσχημα του βίου σου, και θ' απογυμνωθείς.Με το δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,που το χειμώνα απάντησε στο δρόμου εκεί τη μέση.
Κι αφού πια τότε θα' ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσειςή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,θ' ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,κι όλη σου τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.ΚΡΙΤΙΚΗ
Δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχόςανθρώπινος. Ακούγεται να φτάνεισαν τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός,κάποιου πόχει πεθάνει.
ΠΑΙΔΙΚΟ
Τώρα η βραδιά,γλυκιά που φτάνει,θα μου γλυκάνεικαι την καρδιά.
Τ' αστέρια εκείθα δω, θα νιώσωοι άνθρωποι πόσοείναι κακοί.
Κλαίοντας θα πω:«Άστρα μου, αστράκιατ' άλλα παιδάκιαθα τ' αγαπώ.
»Ας με χτυπούνπάντα κι ακόμα.Θα 'μαι το χώμαπου το πατούν.
»Άστρα, καθώςάστρα και κρίνο,έτσι θα γίνωτώρα καλός.»

[ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ...]
Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,απλό στοιχείο, ελέυθερο, γενναίο.
Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνεέως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,ωραία να 'ναι τα πρόσπωα και να χαμογελούνε,ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.
Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.
Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγηχαρά και ικανοποίησις να μένει,κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

ΒΡΑΔΥ
Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλιμια ιαχή μακρυσμένη --τ' αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείληψιθυρίζει και μένει,
τ' ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,η αδειανή κάμαρά μου,ένα τραίνο που θα 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα,τα χαμένα όνειρά μου,
οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτειολοένα στην πόλη,στων ανθρώπων την όψη, στ' ουρανού τον καθρέφτη,στη ζωή μου τώρα όλη...

[Ω ΒΕΝΕΤΙΑ...]
Ω Βενετία, πόλις από χρυσάφι κι από σμάλτο,κορόνα στη λαμπρότητα της Αδριατικής,Μέγα Κανάλι, Γέφυρα των Στεναγμών, Ριάλτο,ω θύμηση ανεξάλειπτη μιας εκθαμβωτικής
νύχτας, που επερπάτησα στη μυθική πλατείατου Αγίου Μάρκου, μπρος στο παλάτι των Δουκών,ακούοντας να σφυρηλατούν τις ώρες μία μία τα χάλκινα ομοιώματα των δύο στρατιωτών --
πόσο πλάγι σου φαίνονται μικρά και χωρίς βάθοςτα αισθήματα που μας κρατούν ακόμη εδώ στη γη,εφήμερος η λύπη μας, αταίριαστο το πάθος,ω αιώνια παράδοση του κάλλους και πηγή!

[ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ...]
Σαν δέσμη από τριαντάφυλλαείδα το βράδυ αυτό.Κάποια χρυσή, λεπτότατηστους δρόμους ευωδιά.Και στην καρδιάαιφνίδια καλοσύνη.Στα χέρια το παλτό,στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.Ηλεκτρισμένη από φιλήματαθα 'λεγες την ατμόσφαιρα.Η σκέψις, τα ποιήματα,βάρος περιττό.
Έχω κάτι σπασμένα φτερά.Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθετο καλοκαίρι αυτό.Για ποιον ανέλπιστη χαρά,για ποιες αγάπεςγια ποιο ταξίδι ονειρευτό.

ΩΔΗ Σ' ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ
Άρι, μαζί με σέναέφυγαν όλοι τώρα.Αφρόντιστα έχουν μείνειτα έπιπλα, και τα δώραγυρεύουν τα χεράκιαπου σαλέυουν σαν κρίνοι.
Ερημικά, σωπαίνουν,πρωτογβώριστα μέρη,οι σκάλες, τα δωμάτια.Ούτε κανείς πια ξέρειαν πάλι θ' ανατείλουντα παιδικά σου μάτια.
Ανοιγοκλείνω τις πόρτες,μπαίνω παντού, μιλάωλόγια πικρά στους τοίχους,χωρίς αιτία γελάω,θέλοντας να ξυπνήσωτους κοιμισμένους ήχους.
Στην άδεια ζαρντινιέρατα παιχνίδια σου βάνω.Η μαϊμού σου καβάλαστο προβατάκι πάνω.Ύστερα η πεταλούδαμε τα φτερά μεγάλα.
(Κλυδωνίζεται τώρα,ως τα θεμέλια φρίττει,και το πηγαίνει ο Χρόνοςτο πατρικό μου σπίτι.Άξαφνα βλέπω να 'μαιο τελευταίος, ο μόνος.)
Ευτυχίζω σε σένατις ερχόμενες τύχες,την άγνοια του κόσμου,το χαμόγελο που είχες,ω άγγελε παραστάτη,ω παρήγορο φως μου!

ΗΛΥΣΙΑ
(Τόσο πολύ τα σώματα κουράστηκαν,που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δύο.)Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,αργά, τη χλόη σαν ανοιχτό βιβλίο.
(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονταιστρεβλωμένα.) και φαίνονται στο βάθοςτριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνεμε τ' όνειρο οι ψυχές και με το πάθος.
(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)Μα κείθε απ' τον ορίζοντα, σαν ήλιοιδύουν οι ψυχές, τον ουρανό που φόρεσαν,ή σαν απλά χαμόγελα σε χείλη.ΙΣΤΟΡΙΑ
Δεκάξι χρονών εγέλασαν,πέρα, στ' ανοιξιάτικο δείλι.Επειτα εσώπσαν τα χείλη,και στην καρδιά τους εγέρασαν.
Εκίνησαν τότε σα φίλοι,σα δυο ξερά φύλλα στο χώμα.Επειτα εχώρισαν ακόμα,κάποιο φθινοπωρινό δείλι.
Τώρα καθένας, με ωχρό στόμα,σκύβοντας, φιλεί τα δεσμά του.Επειτα θα γύρουνε ως κάτουκαι θα περάσουνε στο χώμα.ΚΙΘΑΡΕΣ
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένεςκιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάειστις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησιςείναι το καταφύγιο που φθονούμε.[ΠΟΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΟΥ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑΕΙ...]
Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει,ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήματων άδειων ημερών που τώρα ζούμεσαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;
Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου,εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία,και μόνο το μεγάλο ερώτημά μαςολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.
Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα,εγίναμε το λάφυρο του ανέμουπου αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμετουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;
Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν,στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνεστην έρημη βοή, μάταιη και κούφιασα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα.
Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία,έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες,και μόνο το συναίσθημα κρατούνετου μακρινού, αόριστου κινδύνου.
Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις.Είναι στον ουρανό μια σιδερένιαμια μεγάλη πηγμή, που δε συντρίβειμα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ
Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.
Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.
Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παράόποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.
Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικόςπόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...[ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ...]
Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτατης πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.
Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνειςστο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,αστέρια με τιο πρόσωπο, με της χρυσής σου χλαίνηςτο κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,
είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα οι οπώρες,ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

ΤΑΦΟΙ
Ελένη Σ. Λάμαρη, 1878-1912Ποιήτρια και μουσικός.Επέθανε με τους φριχτώτερους πόνους στο σώμακαι με τη μεγαλύτερη γαλήνη στην ψυχή.
ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Πόση ησυχία δωπέρα βασιλεύει!Οι τάφοι λες κι αυτοί χαμογελούνε,ενώ με κεφαλαία σιγά μιλούνεοι νεκροί γράμματα, βαθιά στα ερέβη.
Από κει, στην καρδιά μας που ειρηνεύει,με απλά θέλουνε λόγια ν' ανεβούνε.Μα το παράπονο, ή ό,τι κι αν πούνε-- τόσο έφυγαν μακριά -- δε χρησιμεύει.
Είναι όλος, να, διασταυρωμένα δύοξύλα ο Μαρτζώκης. Να ο Βασιλειάδης,ένα μεγάλο πέτρινο βιβλίο.
Και μια πλάκα στη χλόη μισοκρυμμένη-- έτσι τώρα τη συμβολίζει ο Άδης --να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη.

ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ
Ζοφερή Νύχτα, ξέρω, πλησιάζεις.Με ζητούνε τα νύχια σου. Στα χνώτασου βλέπω που ωχριούν άνθη και φώτα.Στ' απλωμένα φτερά σου με σκεπάζεις.
Δωσ' μου λίγο καιρό, Νύχτα μεγάλη!Θα καταβάλω όλη τη θέλησή μου.Σα μορφασμό θα πάρω στη μορφή μουτη χαρά που στα στήθη έχουν οι άλλοι.
Και τότε κάποια πρόφαση θα μείνει(σημαίας κουρέλι από χαμένη μάχη),η ψυχή για να μη δειλιά μονάχηκαι για να λησμονεί τη σκέψη εκείνη.
Το πάθος όχι, το ίνδαλμά του μόνο,ή τη γαλήνη, θέλω ν' αντικρίσωμια φορά. Κι ύστερα πάρε με πίσωκαι καλά τύλιξε με, ω Νύχτα αιώνων![ΟΤΑΝ ΑΝΘΗ ΕΔΕΝΑΤΕ...]
Οταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,και μεσ στην καρδιά σαςαντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώραπιο μεγάλη τώρα --οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,είχαν όλοι φύγει.
Οταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,σκύβοντας τον ώμο,την βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλλους,στην άκρη του χείλουςένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση --είχε πια νυχτώσει.
Κι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέριαπάνω από τ' αστέρια,κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,ο ουρανός εγράφη,κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι --είχατε πεθάνει.ΦΘΟΡΑ
Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.
ΔΙΑΚΟΣ
Μέρα τ' Απρίλη.Πράσινο λάμπος,γελούσε ο κάμποςμε το τριφύλλι.
Ως την εφίλειτο πρωινό θάμπος,η φύση σάμπωςγλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσανπουλιά, πετώνταςόλο πιο πάνω.
Τ' άνθη ευωδιούσαν.Κι είπε απορώντας:«Πώς να πεθάνω;»ΚΑΝΑΡΗΣ
Κάποιοι δαιμόνιοιτον είχαν στείλει.Εγινε αχείλικόσμου που επόνει.
(Ηρωες χρόνοι!)Και πώς εμίλειμε το φιτίλι,με το τρομπόνι!
Το πέρασμά του,μήνυμα κρύομαύρου θανάτου.
Κι είχε θείοχέρι που φλόγακράταε κι ευλόγα.BYRON
Ενοιωσεν ότιτου ήταν οι στίχοιάχαρη τύχηκαι ματαιότη.
Η ορμή του η πρώτηπια δεν αντήχει,αλλά, στα τείχη,ένδοξη νιότη.
Γίνονται οι γέροιγαύροι. Θα ορμήσειανδρών λουλούδι.
Κι ο Μπάιρον ξέρειπώς να το ζήσειτο θέιο Τραγούδι.
ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνειτους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνεισήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουνμεποροι και κονσόρτια κι εβραίοι.Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουνοι γενεές, όταν σε παρομοιάσουνμε το προτραίτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπησαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,και τη ζωή τους εξακολουθούνε,νεκροί που η καθιέρωσις του λείπει.



ΕΙΣ ΑΝΔΡΕΑΝ ΚΑΛΒΟΝ
Ω μεγάλε Ζακύνθιε,των ωδών σου τα μέτρα,υψηλά, σοβαρά,τους αγώνες εκάλυπτονεκτεταμένους.
Της δουλείας τα βάρβαρασκοτάδια κατεξέσχισεν,όταν εγράφη πύρινος,η αστραπή των όπλων(και η αρετή σου).
Ως ήλιος, αναβάντον Ολυμπον, εστάθηπάνω εις γυμνά χωράφια,εις ανθισμένα ερείπια,γνώριμον κλέος.
Αλλά το θείον έναυσμαη φωνή σου δεν είναιτώρα πλέον. Μας έρχεταιμακρινός και παράταιροςήχος τυμπάνου.
Ολόκληρος αιών,χείμαρρος, την Ελλάδα,ταραγμένος, εσάρωσεναπό τα ιδανικά σου,την οικουμένην.
Κράτει, λοιπόν, ω γέροντα,την επιτύμβιον πλάκα.Το πεπαλαιομένον σου τραγούδι κράτει. Φύγε,παραίτησον μας.
'Η, αν προτιμάς, εξύμνησοναντίς γεγυμνωμένωνξιφών, όσα μαστίγιαπρος θρίαμβον επισείονταιτων καφενείων.
Ιππους δεν επιβαίνουσι,αμή την εξουσίανκαι του λαού τον τράχηλον,ιδού, μάχονται οι ήρωεςμέσα εις τα ντάνσιγκ.
Τις δάφνες του Σαγγάριουη Ελευθερία φορέσασα,γοργά από μίαν χείρασ' άλλην περνά και σύρεται,δούλη στρατώνος.
Καθώς, όταν την εύκολονλείαν αποκομίσει,φεύγει, διστάζει, κι έπειτασε μια γραμμήν ελίσσεταιπλήθος μυρμύγκων,
μεγάλα προπορεύονταιέντομα, μέγα φέρονταβάρος, ακολουθούσι,με φορτίο ελαφρότερο,μικρότερα άλλα,
και δε βλέπουν στο πλάγι τουςτο παιδάκι που στέκεινα γελά τον αγώνα των,και δεν βλέπουν ότι ύψωσετώρα το πέλμα -
ούτω τη χώρα νέμεταιη στρατιά της ήττης,του λαού την απόφασιν,άτεγκτον, φοβεράν,περιφρονούσα.
Αλλά τι λέγω; Θρήνησε,θρήνησε την πατρίδα,νεκράν όπου σκυλεύουναλλοφρονούντα τέκνα της,ω Ανδρέα Κάλβε.
Μικράν, μικράν, κατάπτυστονψυχήν έχουν οι μάζαι,ιδιοτελή καρδιάν,και παρειάν αναίσθητονεις τους κολάφους.ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ
Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχαπλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικέςγραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.
Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόνάντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.
Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,μ' αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,επίσημα και τελετουργικά,πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.
Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,αύριο παναγίες, όσο προχτές,ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.
Ένα διάστημα παίζετε το τέραςμε τα τέσσερα πόδια κολλητά.Τρέχετε και διαβάζετε μετάτον οδηγό σας «δια τα μητέρας».
Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,ή να βυθομετρούσατε και σειςμε μια φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι!
Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,γλοιώδη στόματα υποκριτικά,ανυποψίαστα, μηδενικάπλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα...

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ...
Ολοι μαζί κινούμε, συρφετός,γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξίαέγινε της ζωής μας ο σκοπός.
Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβέςτα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας,για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.
Αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιάκαι τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζατων καλών ανθρώπων τη συντροφιά.
Μόνο για μας υπάρχουν του Θεούτα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.
Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,επέσαμε θύματα εξιλαστήριατου «περιβάλλοντος», της «εποχής».ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ
Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουνσαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία.(Ηλεκτρολόγοι θα 'ναι η Πολιτείακι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)
Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουναθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.«Συν τη παρούση αλληλογραφίαέχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.
Και μονάχα η τιμή τους απομένει,όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι
Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,σκέπτονται το συνάλλαγμα, του ώμουςσηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.Ο ΜΙΧΑΛΙΟΣ
Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραίαμε το Μαρή και με τον Παναγιώτη.Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ' ώμου».Ολο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα,άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».
Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.Εκάρφωνε πέρα, σ' ένα σημείο,το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,σα να 'λέγε, σα να παρακαλούσε:«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».
Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:Ηταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.ΥΠΟΘΗΚΑΙ
Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,μπορούνε με χείλιους τρόπους.Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,όταν ακούσεις ανθρώπους.
Οταν ακούσεις ποδοβολητάλύκων, ο Θεός μαζί σου!Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστάκαι κράτησε την πνοή σου.
Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,στον πλατύ κόσμο μια θέση.Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,του δίνουν όψη ν' αρέσει.
Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούνμε την πειθώ, με το ψέμα,όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικούντη σάρκα σου και το αίμα.
Οταν έχεις μια παιδική καρδιάκαι δεν έχεις ένα φίλο,πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,στη μπουτονέρια σου φύλλο.
Ασε τα γύναια και το μαστροπόΛαό σου, Ρώμε Φιλύρα.Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,κράτησε σκήπτρο και λύρα.ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ
Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικάβιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίληπου αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη...
Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόσηεπιμονή, που ανοίξαμε για να 'μπει σαν κυρίαη Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.
Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,το ένστικτο ν' αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.
Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία-- ω, κωμωδία! -- το θάμπωμα, τ' όνειρο, την άχλυ.
...Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείληκι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.ΔΕΛΦΙΚΗ ΕΟΡΤΗ
Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.Lorgnons, Kodak, operateurs, στου Προμηθέα τον πόνοέδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.Ένας λυγμός εκίνησε τ' απίθανα αυτά πληθη.Κι όταν, χωρίς να πέση η αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρασιγή. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα...


[ΕΠΡΟΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ...]
Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι.Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος.Αν άλλοτε αντιφέγγιζε στο νου, στα μάτια, σ' ότι,είναι η ζωή πια σκοτεινή κι ανέφικτη σα θρύλος,είναι πικρία στο χείλος.
Νύχτα βαθιά. Με πνέυμα οργής έσπρωξα το κρεβάτι.Ανοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμίαελπίς. Απ' το παράθυρο, του τελευταίο διαβάτηείδα τη σκιά. Κι εφώναξα στριγγά στην ησυχία:«Δυστυχία!»
Η φρικτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγράφη.Δέντρα τη δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε,επιγραφή την έχουνε τα σπίτια κι είναι τάφοι,ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε.Οι άνθρωποι δεν ακούνε.Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ
(Πίναξ Ημιτελής)
Έχει πια δύσι ο ήλιος του χιεμώνα,και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.Aλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζειμόνο τ' αγκάθια στην πεδιάδα όλη,μόνο κάποιο χαρτί σ' όλη τη φύση.Μα το χαριτωμένο περιβόλιαίμα και δάκρυα το' χουνε ποτίσει.Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέριατον ουρανό που σύννεφα περνούνε,τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.
(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίωνκι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.)


ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖΟΝ
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλοίδια τον ένα και τον άλλο;Τους τρόπους, το παράστημά σας,το θελκτικό μειδίαμά σας,το monocle που σας βοηθάεινα βλέπετε μόνο στο πλάικαι μόνο αυτούς να χαιρετάτεόσοι μοιάζουν αριστοκράται,την περιποιημένη φάτσα,την υπεροπτική γκριμάτσααπό τη μια μεριά να βάλειτης ζυγαριάς, κι από την άλληπλάστιγγα να βροντήσω κάτου,μισητό σκήνωμα, θανάτου άθυρμα, συντριμμένο βάζον,εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,ποιος τελευταίος θα γελάσει;

ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ
Τη σάρκα, το αίμα θα βάλωσε σχήμα βιβλίου μεγάλο.
«Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες»θα γράψουν οι εφημερίδες.
«Κλεαρέτη Δίπλα - Μαλάμου»και δίπλα σ' αυτό τ' όνομά μου.
Την ψυχή και το σώμα πάλιστη δουλειά θα δίνω, στην πάλη.
Αλλά, με τη δύση του ηλίου,θα πηγαίνω στου Βασιλείου.
Εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλουςλογίους και τους διδασκάλους.
Τα λόγια μου θα' χουν ουσία,η σιωπή μου μια σημασία.
Θηρεύοντας πράγματα αιώνια,θ' αφήσω να φύγουν τα χρόνια.
Θα φύγουν, και θα 'ναι η καρδιά μουσα ρόδο που επάτησα χάμου.

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ
Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα 'ναιζήτημα ύψους.
Σύμβολα ζωής υπερτέρας,ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,λευκές άκανθες ολόγυρα σ' έναΑμάλθειο κέρας.
(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)Ονειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σουκατακορύφως.
Οι ορίχοντες θα μ' έχουν πνίξει.Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,έρωτες, πλήξη.
Α! πρέπει τώρα να φορέσωτ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.Ετσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,πολύ θ' αρέσω.ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουντα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουνγια τελευταία φορά τα βήματά τους.
Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγίατων ουρανών, η ερημιά των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνετα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτογια κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ
Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσωνα βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμουτο σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.
Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.«Καληνύχτα, τοφως χαιρέτισέ μου»θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω.
Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει-- πρώτη φορά -- σε τέσσερων τον ώμο.
Υστερα, και του βίου μου την προσπάθειααμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνειωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.
ΚΥΡΙΑΚΗ
Ο ήλιος ψηλότερα θ' ανέβεισήμερα που 'ναι Κυριακή.Φυσάει το αγέρι και σαλεύειμια θημωνιά στο λόφο εκεί.
Τα γιορτινά θα βάλουν, κι όλοιθα 'χουν ανάλαφρη καρδιά:κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,κοίταξε τ' άνθη στο περβόλι.
Τώρα καμπάνες που χτυπάνεείναι ο θεός αληθινός.Πέρα τα σύννεφα σκορπάνεκαι μεγαλώνει ο ουρανός.
Ασε τον κόσμο στη χαρά τουκι έλα, ψυχή μου, να σου πω,σαν τραγουδάκι χαρωπό,ένα τραγούδι του θανάτου..ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσειστο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάσημ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινούθριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράση.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.Για να μας δεχθή κάποια λαίδη τρυφερά,έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύροςάξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήροςτο πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --ήρωες σταυροφοόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσειαπό εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσηνικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάση.ΠΡΕΒΕΖΑ
θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνταιστους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνταικαθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοιμε τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμηο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνειγια να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζηςπρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπουςαυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.[ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ...]
Οταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμεστους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη;
Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμακάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.
Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.
Αν έρθη κανείς την πλάκα μας να χτυπήση,θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.Αν πάρη ένα τριαντάφυλλο ή αφίση χάμου,το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.
Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,τις βίλλες του Posillipo θα ιδούμε,Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσουόπου θα παίζουν crieket οι οπαδοί σου.--








Νεανικά Ποιήματα

ΞΕΠΡΟΒΟΔΙΣΜΑ
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (638), 29 Ιουνίου 1919
-- Αγάπη μου, ήσουνα παιδί· παιδί μου, είσαι άντρας τώρα·σύρε, ακριβέ μου, στο καλό, μη σε προφτάσει η μπόρα.
-- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·μάνα, μια θλίωη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.
-- Παιδί μου, όλοι θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;σύρε· και πάντα να 'σαι όρθιος και πάντα να 'σαι ωραίος.
-- Μάνα, ο χειμώνας ρυάζεται κ' η νύχτα αγκομαχάει·με δένει, μάνα, μια ντροπή, κ' ένας καημός με πάει.
-- Βλέπε, παιδί μου, πάντα ομπρός. Το χτες μη σε πικραίνει.Τώρα η ζωή σαν άλογο στην πόρτα σε προσμένει.
-- Μάνα, οι άνεμοι ρίξανε του δρόμου το πλατάνι·με τρώει, μανούλα, η θύμηση, κι ο πόνος με δαγκάνει.
-- Παιδί μου, όλου θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;σύρε· και πάντα να 'σαι ορθός και πάντα να 'σαι ωραίος.
-- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.

ρυάζεται = ωρύεται, βρυχάται

ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919
Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοιστον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσεςγαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλατην έκανα γλυκύτατο τραγούδικι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΟΥ
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (671), 15 Φεβρουαρίου 1920. Είναι γραμμένο για την πρώτη αγαπημένη του ποιητή, την Άννα Σκορδύλη, μετά το γάμο της.
Τα γράμματά σου τα 'χω, Αγάπη πρώτη,σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.Τα γράμματά σου πνέουνε τη νιότηκι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.
Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνεμε τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνεπαιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια...
Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει,του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσειη απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!
Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη,βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.Τα γράμματά σου τάφοι· δεν τελειώνειαπάνω τους η λέξη του Θανάτου.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Δημοσιεύτηκε στον «Φάρο» Αλεξάνδρειας (82), 29 Ιουλίου 1922
Το σπίτι σου τριγύριζα (τη λάμπα η πεταλούδαγύρω τη φέρνει ώσπου να βρει γλυκό το θάνατό της)κ' εσύ δε βγήκες να καώ στη φλόγα της ματιάς σου.
Αλιά στα φούλια του κορμιού και στης ψυχής τα φούλια·θα 'ρθει τη νύχτα ο μολευτής στο βούρκο ναν τα σύρει.Μα τρισαλιά σε μένανε που μολευτής δε θα 'μαι!

ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΣ
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (765), 15 Αυγούστου 1922
Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμουη Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύραβουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρατα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.
Και δρόμο θε να δώσω στη χαρά μου!Τ' αγέρι πνέει σα ν' άνοιξεν η θύρατου Παραδείσου. Πίσω σα να επήραγια λίγο της ψυχής της παρθενιά μου.
Ήλιος! Χρυσή στο βάθος η λουρίδατης θάλασσας αστράφτει του Φαλήρουκαι το νησί μου χάνεται πιο πίσω.
Μ' εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,και θα 'ρθω με τη βάρκα μου του ονείρουμε τα κουπιά του πόθου θα κινήσω...

[ΣΤΟΝ ΤΕΦΡΟ ΠΕΡΑ ΟΡΙΖΟΝΤΑ...]
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (771), Φλεβάρης 1923
Στον τεφρό πέρα ορίζοντα η αγάπη μου αχνοσβήνει.Οι φίλοι αποτραβήχτηκαν, για πάντα, οι τελευταίοι.Σ' όλα έκλεισα την πόρτα μου, κ' έρημος έχω μείνειτώρα που ακούω το θάνατο στις φλέβες μου να ρέει.

VARIUM ET MUTABILE
Δημοσιεύτηκε στην «Πασχαλινή Ανθολογία», 1923 (επιμέλεια Άγη Λεβέντη). Ο τίτλος του ποιήματος προέρχεται από τον παροιμιακό στίχο του Βιργιλίου (Αινειάδα, IV, 569): «... Varium et mutabile semper / femina» (= Άστατο κι ευμετάβλητο [πλάσμα] είναι πάντα η γυναίκα)
Τι προδοσία!Διάβηκεν ωςαυγερινόςστη φαντασία.
Αντί θρησκείαςθαύμα υψηλό,παιγνίδι απλόφιλαρέσκειας.
Χάνεται, αγρίμι,σε αλαργινούςκόσμους ο νούς.Δέρνεται η μνήμη.
Α! το υπερτέλειοπρόσωπο-αυγή·τώρα πληγήκαι περιγέλιο.
Πάντοτε ψέμαέλεγε τοιριδωτόεκείνο βλέμμα;
Το στόμα μίαφιδοφωλιά·και στα φιλιάτο προδοσία!

ΦΥΓΗ
Δημοσιεύτηκε στη «Νέα Ζωή» Αλεξάνδρειας (324), 30 Απριλίου 1923
Αμίλητη, κυνηγημένηφτάνει σ' ερειπωμένο τοίχο·στηρίζεται και περιμένειένα κελάηδημα, ένα στίχο.
Γύρω το δάσος με τις μπόρεςφεύγει σαν πλοίο στην τρικυμία.Κ' ήτανε ημέρες ανθοφόρες-- επέρασαν -- κ' ήτανε μία...
Τώρα την άβυσσο ρωτάειπώς βρέθηκε άξαφνα δωπέρα,ενώ στα μάτια της κρατάει,φως όλη, εκείνη την ημέρα.
Ψυχή, λησμόνει τα όνειρά σου.Ήρθες, πουλί στην καταιγίδα,κ' εχάρισες όλου του δάσουτην τελευταία μας ελπίδα.

ΠΡΟΠΟΜΠΗ
Δημοσιεύτηκε στον «Έσπερο» Σύρου (3), Αύγουστος 1923
Επήρες πια τα μάτια σου κ' έφυγες σε μιαν άκρη.Όλα τώρα σε λησμονούν εκεί παραριχτή,και πού να πέσει, αναρωτάς, το τελευταίο σου δάκρυκαι ποιος να το δεχτεί.
Α! σε λύγίζει το φρικτό βάρος αγώνα τόσου,απλώνοντας το χέρι σου ένα στήριγμα ζητάς,στέκεις για λίγο ελίζοντας, κρύβεις το πρόσωπό σου,έπειτα ξεκινάς.
Και πώς πηγαίνεις, ω αδερφή ψυχή, με τη συγνώμη,με την αγάπη δίνοντας πίσω κάθε πληγή!Και πού πηγαίνεις έτσι, αφού σου εκλείστηκαν οι δρόμοισε ολόκληρη τη γη;
Ιδέ, χορεύει γύρω σου του κόσμου η αυταπάτη,σμίγουνε χείλη, και σπονδές υψώονται, γελούν.Εσύ πεθαίνεις. Και από πριν -- ως να 'σαι πια φευγάτη --όλοι σε λησμονούν.
Χαίρε! Τη ζωή δεν έζησες παρά μες στα όνειρά σου.Γι' αυτό παρόμοιο σου άξιζε τέλος, ωραία ψυχή.Ήρθε σαν αποθέωση, γίνεται σα χαρά σουπρώτη και μοναχή.

ΚΥΡΙΑΚΗ
Δημοσιεύτηκε στην «Πνοή» (1), Φλεβάρης 1929
Ο ήλιος ψηλότερα θ' ανέβεισήμερα που 'ναι Κυριακή.Φυσάει το αγέρι και σαλεύειμια θημωνιά στο λόφο εκεί.
Τα γιορτινά θα βάλουν, κι όλοιθα 'χουν ανάλαφρη καρδιά:κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,κοίταξε τ' άνθη στο περβόλι.
Τώρα καμπάνες που χτυπάνεείναι ο θεός αληθινός.Πέρα τα σύννεφα σκορπάνεκαι μεγαλώνει ο ουρανός.
Ασε τον κόσμο στη χαρά τουκι έλα, ψυχή μου, να σου πω,σαν τραγουδάκι χαρωπό,ένα τραγούδι του θανάτου..
Τα τελευταία ποιήματα

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσειστο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάσημ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινούθριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράση.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.Για να μας δεχθή κάποια λαίδη τρυφερά,έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύροςάξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήροςτο πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --ήρωες σταυροφοόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσειαπό εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσηνικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάση.[ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ...]
Οταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμεστους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη;
Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμακάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.
Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.
Αν έρθη κανείς την πλάκα μας να χτυπήση,θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.Αν πάρη ένα τριαντάφυλλο ή αφίση χάμου,το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.
Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,τις βίλλες του Posillipo θα ιδούμε,Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσουόπου θα παίζουν crieket οι οπαδοί σου.--

ΠΡΕΒΕΖΑ
θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνταιστους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνταικαθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοιμε τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμηο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνειγια να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζηςπρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπουςαυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.


β. Πεζά


Ο κήπος της αχαριστίας
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Αλεξανδρινή Τέχνη", Γ' , 8-9, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1929. Το χειρόγραφο σώζεται σήμερα στο αρχείο του Γ.Θ. Καρυωτάκη. Είναι καθαρογραμμένο με μελάνι από τη μια όψη ενός φύλλου 31Χ21 εκ.
Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.
Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα 'ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ' αναπνέω το άρωμά τους.
Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ' άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.
Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία.
θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησις, ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.
Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας.


Η ζωή του
Βρέθηκε σε χειρόγραφο, γραμμένο με μολύβι και μάλλον δυσανάγνωστο, γεμάτο διαγραφές, διορθώσεις, προσθήκες και παραπομπές, στο πίσω μέρος ενός άγραφου υπηρεσικαού εντύπου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, σε γαλάζιο χαρτί διαστάσεων 30Χ22,5 εκ. και χρονολογημένο Ιούνιος 1928.
Ξυπνώντας, ένιωθε γύρω του μια καθαρότητα, κάτι σαν ατμόσφαιρα νοσoκομείου, μια εντύπωση ευχάριστη, σα να' χε βαθιά αναστενάξει - ένιωθε πάντα μια σύντομη χαρά, όση χαρά του είχε απομείνει.
Καθώς κάποιο αόρατο χέρι να κρατούσε στο βυθό τα φύλλα και τα νεκρά ξύλα και τον πηλό που θ' ανέβαιναν σε λίγο στην επιφάνειά της, η σκέψη του μπορούσε τώρα να λαμποκοπά, στραμμένος προς τον ουρανό καθρέφτης, λίμνη όπου πράσινες και χρυσές πλάκες φωτός απλώνονταν κι έσβηναν ασύλληπτες, χωρίς να πάρουν σχήμα, μπαίνοντας σαν γενεές η μία στη θέση της άλλης, βιαστικά βιαστικά, με το φόβο της πετριάς που θα τις διέλυε. Η εντύπωση εκείνη διαρκούσε λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα ερχόταν η μνήμη κρατώντας στο ένα χέρι τα φίδια του παρελθόντος και στο άλλο τη σκοτεινή απαντοχή.
(Εδώ υπάρχει μια σιωπή μεγάλη, ένα κενό που θα μπορούσε να χωρέσει όλες τις πλαδαρές φιγούρες της πραγματικότητος.)
Κάποιο πρωί, στην ατμόσφαιρα αληθινού ίσως νοσοκομείου, αφού ανέπνευσε βαθιά, καθώς άλλοτε, δεν κατόρθωσε να ξυπνήσει.
Κι αυτό ήταν η ζωή και ο θάνατος του φίλου μου.


Το εγκώμιο της θαλάσσης
Ι
Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ' όνομά της είναι ένα θαυμαστικό.
Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Αστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.
Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί.
Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Ανθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Αγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες.
Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ' άλλα -- ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος -- ένα τεράστιο μάυρο παραπέτασμα.

ΙΙ
Έζησε κανείς θλιβερά πράγματα. (Σπίτια μαύρα, κλειστά. Αναιμικά, εξόριστα δέντρα του δρόμου. Η «μαντάμα» μετράει απογοητευμένη τις μάρκες της. Στην πλατεία οι λούστροι, κουρασμένοι να κάθονται, σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. Ο νέος νομάρχης, με μονόκλ, επροσφώνησε τους υπαλλήλους. Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο. Ποτά ανδρών 10 δρ., ποτά γυναικών 32,50 δρ.) Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κ' έρχεται μπροστά μας. Όλα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιώνια. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια της. Με τη βαθύτητά της μυκτηρίζει. Η ψυχή του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της. η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης. Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και ο πόνος μας την έκφρασή του.

Κάθαρσις
Δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του ποιητή στα Ευρισκόμενα.
Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ενα και, χαίδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Aλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Ωχ, αυτός ο Αλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλωσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλα πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρια πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...




Το καύκαλο
Δημοσιεύτηκε στο "Ο Λόγος" (Κωνσταντινουπόλεως) το Νοέμβριο του 1920. Γράφτηκε πιθανότατα τον Ιούνιο του 1920 όταν ο ποιητής νοσηλευόταν στο ΣΤ' Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Οι άνθρωποι νομίζουνε πως τα ξέρουν όλα. Eτσι κανένας δε θα' θελε να υποθέσει πως ένα καύκαλο μέσα στην οστεοθήκη του είναι κάτι παραπάνω από ό,τι πιστεύεται κοινά. Γι' αυτό δεν έτρεμε καθόλου το χέρι τού παράξενου ποιητή όταν ήρθε μια μέρα να ταράξει τον ύπνο των αιώνων που κοιμόμουν μέσα στο μαύρο μου κασονάκι, όξω από την εκκλησία του νεκροταφείου.
Τις δύο μικρές σπηλιές στη βάση του μετώπου μου - στη ζωή τ' όνομα τους ήταν γλυκό σαν το φως - τις γιόμιζε η νύχτα του ασυνείδητου. Κάποια αράχνη εσάλευε απάνω στο μηλίγγι μου κ' είχε γίνει το όνειρό μου. Ξυπνώντας έξαφνα, ένοιωσα να με σηκώνουν. Σιγουρα θα ήρθε η ώρα του χωνευτηρίου, εσκέφτηκα. Με το δίκιο τους θα κουράστηκαν οι δικοί μου να πληρώνουν τόσα χρόνια τώρα το μισό νοίκι που εξασφάλιζε τη θέση μου στην αυλή της εκκλησίας. Αλλά δεν ήταν αυτό. Μ' ετύλιξαν σε μιαν εφημερίδα, κ' ύστερα από λίγην ώρα εβρέθηκα στο τραπέζι της μελέτης του ποιητή μου, απάνω σ' ένα βιβλίο που έτυχε να' ναι κάτι εύθυμα τραγούδια αγάπης.
Στην αρχή μ' άφησαν ήσυχο να κοιτάζω ό,τι μπορούσε να χωρέσει στο στενό του κύκλο το βλέμμα μου, που δεν ήταν βέβαια βολετό να το διευθύνω όπου ήθελα. Αντίκρυ μου άσπριζε το κρεβάτι. Οι θύμησές μου ολοένα εζωήρευαν με το να το βλέπω. Τώρα θυμόμουν καθαρά ένα κρεβάτι. Δεν ήταν το κρεβάτι της τελευταίας μου αρρώστειας. Γιατί το ξεκουραστικό κρεβάτι του θανάτου δεν το θυμάται ένα καύκαλο σαν εμένα παρά μόνο για να νοσταλγήσει τη ζωή. Θυμόμουν, όμως, καθαρά ένα κρεβάτι. Ύστερα επέρασε θαμπό από τη μνήμη μου κάτι άλλο... Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τι. Πάει τόσος καιρός από τότε...
Εκοίταζα το ημερολόγιο στον τοίχο για να ιδώ πόσα χρόνια εβάστηξε ο ύπνος μου, όταν ένιωσα από το θόρυβο πως κάποιος εμπήκε στην κάμαρα. Ήταν ένας φίλος του απαγωγέα μου. Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Ο ποιητής μ' έδειξε λέγοντας: "Να σου συστήσω τον κύριο...", κ' είπε τ' όνομά μου, που το' χε διαβάσει στην οστεοθήκη.Ο άλλος υποκλίθηκε χωρικά, έβγαλε το καπέλο του και μου το φόρεσε. Αναψε κ' ένα τσιγάρο και το σφήνωσε στα δόντια μου. Ύστερα αρχίσανε να γελάνε. Εγώ τους εκοίταζα σοβαρά, όπως ταιριάζει, σ' όσους έζησαν τη ζωή, να κοιτούνε αυτούς που θα τη ζήσουν. Δε με πείραζε καθόλου ένα τέτοιο φέρσιμο, μόνε συλλογιζόμουνα τι απλοϊκοί που 'ναι οι άνθρωποι να νομίζουνε πως τα ξέρουν όλα και να μη θέλουνε ποτέ να παραδεχτούνε πως ένα καύκαλο μπορεί να 'ναι κάτι παραπάνω από ό,τι πιστεύεται κοινά.
Δυο ολόκληρες ώρες αναγκάστηκα να τους ακούω. Τα λόγια τους θα μου 'φέρναν πικρό το χαμόγελο στα χείλη. Μιλούσανε για τις γυναίκες τους, για τα βιβλία τους, για κάθε τι, σα να μην ήταν το κρανίο ενός ανθρώπου όμοιου μ' αυτούς η μπάλα εκείνη της φρίκης που τη ήξεραν τόσο κόντά τους.
Εφύγανε.
Αργά, μετά τα μεσάνυχτα, εγύρισε μονάχος ο ποιητής. Δεν ξέρω γιατί ένιωσα κάτι σαν ένα αίσθημα υπεροχής να με κυριεύει. Καθώς άναβε η λάμπα, το χέρι του δεν ήταν όμοια σταθερό όπως όταν άνοιγε το μάυρο μου κουτί, στο νεκροταφείο. Το φως, πέφτοντας λοξά απάνω μου, μού 'δωσε μιαν όψη παράξενα ζωντανή. Το κατάλαβα από την έκφραση του φίλου μου αυτό. Με πήρε στα χέρι του. Ανοιξε το παράθυρο. Θα με πετούσε στο δρόμο, αν δεν εκάρφωνα πιο μαύρο και πιο βαθύ το βλέμμα μου στο μεταξύ των ματιών του. Μ' άφησε στο πεζούλι του παραθύρου κ' έκλεισε. Όλη τη νύχτα τον άκουγα να στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Αν εκοιμήθηκε, θα 'κανε πολύ ταραγμένο ύπνο.
Το πρωί βρέθηκα μέσα στην οστεοθήκη μου. Χωρίς άλλο θα μ' έφερε στη θέση μου ο ίδιος εκείνος τύπος με τα παράξενα γούστα. Τώρα ακουμπώ το σαγόνι μου στοχαστικά στο κόκκαλο του χεριού και σκέφτομαι την περιπέτειά μου. Μου φαίνεται πως βλέπω ακόμα το βιβλίο με τα εύθυμα ερωτικά τραγούδια και το ημερολόγιο με την τραγικά προχωρημένη ημερομηνία. Περσότερο όμως συλλογιέμαι το κρεβάτι. Το κρεβάτι μ' έκαμε να μισοθυμηθώ μια μικρή ιστορία που ενόμιζα πως είχα κατορθώσει να ξεχάσω ολότελα.


Ονειροπόλος

Ι
Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.
Κάποτε, σ' ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μικρός. Εβγήκε έξω, θέλοντας να θυμηθεί την παιδική του ζωή. Ήταν Κυριακή. Στην πλατεία η μπάντα έπαιζε κάποια ιταλική όπερα. Ο κόσμος έκανε βόλτες ή καθόταν στο καφενείο. Τα παιδιά, όσα δεν έτρεχαν, παρακολουθούσαν τις κινήσεις του αρχιμουσικού. Μια μακαριότης επλανάτο πάνω σ' όλα.
Είδε το πατρικό του σπίτι. Τον κήπο. Την ταράτσα, που ανέβαινε για να απλώσει τους αετούς, ή για να κηρύξει πετροπόλεμο, δένοντας βιαστικά βιαστικά χάρτινες σημαιούλες.
Τίποτε δεν άλλαξε. Οι καρέκλες του ζαχαροπλαστείου σε τρεις σειρές, όπως και τότε. Ακόμα και η πλάκα που πατούσε ήταν ίδια. Όλα ήταν τα ίδια. Μόνο που είχαν μικρύνει. Είχαν απελπιστικά μικρύνει. Είχαν χάσει το ένα τρίτο του όγκου τους. Αλλά αυτό έγινε συμμετρικά, κ' έτσι οι άνθρωποι που κάθονταν ακίνητοι και σιωπηλοί, σαν απόντες, γύρω στα μαρμάρινα τραπέζια, και τα κορίτσια, πιο πέρα, με τις φωτεινές γραμμές της σιλουέτας τους, υψωμένες παράλληλα προς το νερό του αναβρυτηρίου, και οι δυο γέροι, σ' ένα μπαλκόνι, με τις θαμπές, αμφίβολες γραμμές, των χαρακτηριστικών τους, και οι μουσικοί, και ο αρχιμουσικός ακόμα, που ενόμιζε ότι κρατούσε με τη μπαγκέτα του το Χρόνο, δεν είχαν τίποτε αντιληφθεί. Ο Χρόνος όμως εδούλευε ελεύθερα ανάμεσα τους, τρώγοντας κάθε στιγμή κάτι από τη φτωχή τους ύπαρξη.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, αφηρημένος, σα να περίμενε τους μικρούς του φίλους. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα στριγγό σφύριγμα. Το καράβι έφευγε,

ΙΙ
Ύστερα θυμόταν έναν χορό μεταμφιεσμένων. Υποχρεωτικό ένδυμα ορισμένης εποχής. Κυρίες, με μεταξωτά ροζ ή ουρανιά κρινολίνα, με πουδραρισμένα μαλλιά, με πράσινες και χρυσές περούκες, έπεφταν ημίγυμνες, γεμάτες εμπιστοσύνη, στα χέρια των δουκών - χρηματομεσιτών και μαρκησίων - καπνεμπόρων. Εσφίγγονταν τόσο, που τα μέτωπά τους ακουμπούσαν κάποτε στα χείλη των καβαλιέρων και η στεφάνη του κρινολίνου ανασηκωνόταν.
Παραμερίζοντας όλοι, εσχημάτιζαν ένα κύκλο στο κέντρο της αιθούσης, και τέσσερα ζεύγη, τα πιο εξαϋλωμένα, άρχισαν να χορεύουν μενουέτο. Η παραίσθησις ήταν πλήρης. Το κομμάτι θα περιείχε βέβαια δυο τριες μαγικές νότες, που επαναλαμβάνονταν σε κάθε φράση, και οι νότες αυτές δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα της περασμένης εποχής, συνεχή, κρυστάλλινη. Τα μικρά, γρήγορα βήματα, οι κομψές υποκλίσεις, τα νοσταλγικά βλέμματα, τα γεμάτα συγκρατημένο ερωτισμό χαμόγελα, περίεργες εστάμπες που είχαν διατηρηθεί άθικτες στην προθήκη ενός μουσείου.
Έπειτα έγινε το πιο απροσδόκητο. Οι χορευτές έχασαν το λογαριασμό τους. Ενώ έπρεπε να υπολογίσουν ακριβώς πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει προς το παρελθόν, για να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν και να βρούν την προσωπικότητά τους, έβλεπε κανείς πως είχαν γελαστεί. Ανεπανόρθωτα γελαστεί. Εκατό ολόκληρα χρόνια επροχώρησαν, χωρίς βέβαια να το υποπτευθούνε. Παρακολουθούσε τώρα τις κινήσεις τους. Οι τέσσερις γυναίκες σκελετοί, θανάσιμα κομψοί, επήγαιναν προς τους αντρικούς, κ' έπειτα επέστρεφαν με μελαγχολική χάρη, σα ν' αναγνώριζαν το λάθος τους. Οι καβαλιέροι σταματούσαν, και το κρανίο τους εβάραινε τη γη, ενώ ψηλά, με ηλεκτρικά γράμματα που άναβαν κι έσβηναν, ήταν γραμμένο: ΑΠΟΚΡΕΩ 2027.

ΙΙΙ
Αλλοτε συνέβαινε κάτι περίεργο.Ακούγοντας μια φράση ή παρακολουθώντας ένα ασήμαντο γεγονός, είχε την εντύπωση ότι το πράγμα αυτό έγινε ή ελέχθηκε προηγουμένως, άγνωστο σε ποιο μέρος και πότε ακριβώς, και ότι τώρα επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο. Του φαινόταν πολύ παράξενο. Μπορεί την πρώτη φορά να ήταν όνειρο. Ολοφάνερο όμως ότι τώρα ή τότε κάποιος ήθελε να παίξει μαζί του.
Συνήθως αυτό γινόταν με την ομιλία πάνω στα κοινότερα θέματα. Ζητούσε λ.χ. να πληροφορηθεί για ένα δρόμο που δεν ήξερε. Ο άνθρωπος τον οποίον είχε ρωτήσει τον κοίταζε για μια στιγμή χωρίς ν' απαντήσει, κ' έπειτα έβγαζε το καπέλο του κ' εσκούπιζε το μέτωπότου. Τον ρωτούσε πάλι, αλλά συγχρόνως σαν αστραπή περνούσε από το νου του η σκέψις ότι αυτή η μικρή ιστορία είχε ξαναγίνει. Η πληροφορία που ζήτησε, η σιωπή του άλλου, η δεύτερη ερώτησή του, όλα, όλα απαράλλαχτα. Έπειτα, συνεχίζοντας τη σκέψη του, έλεγε μέσα του: «Να ιδείς που τώρα θ' ακούσω: "Δεν ξέρω, αλλά νομίζω μετά τις γραμμές του τραμ που θα συναντήσετε"». «Δεν ξέρω, αλλά μετά τις γραμμές που θα συναντήσετε», απαντούσε ο άγνωστος σαν ηχώ της σκέψεώς του, κ' έφευγε βιαστικά, σκυμμένος, πνίγοντας ένα γέλιο.

IV
Εμελέτησε. Επούλησε κάποιο σπίτι που είχε, και αγόρασε χημικά όργανα. Κλεισμένος ολημέρα σ' ένα υπόγειο, έκανε σειρές πειραμάτων, αρχίζοντας από τα πιο απλά και τολμώντας τα αδύνατα. Ανέλυε τις ουσίες, ήλεγχε τους τύπους που παραδέχτηκε η επιστήμη. Προσπαθούσε να βρει ένα λάθος στα δεδομένα της, κι από το λάθος αυτό να βγάλει το νέο στοιχείο. Μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο, μπορούσε να υπάρχει, σε μικρή βέβαια αναλογία, ο Χρόνος. Δεν αποθαρρυνόταν. Γεμάτος χαρά επανελάμβανε το πείραμα που απέτυχε.
Παρακολουθούσε τη ζωή από την εφημερίδα. Χαμογελούσε πονηρά στη σκέψη ότι κανένας δεν τον παρακολουθεί τον ίδιο. Όλοι, σκυμμένοι στις δουλίτσες τους, συλλογιζόταν μόνο πώς να τα βολέψουν. Όταν όμως θα τελειοποιούσε την εφεύρεσή του και θα περιόριζε το Χρόνο μέσα σ' ένα γυαλί του εργαστηρίου του, να ιδούμε τους μεγαλόσχημους κυρίους που γέμισαν τον κόσμο με σαπουνόφουσκες. Να ιδούμε τι θα γίνουν οι τόκοι και τα επιτόκια τού απέναντι τοκογλύφου. Να ιδούμε με ποια ημερομηνία θα βγάζουν τις εφημερίδες τους.

V
Τώρα η ιστορία αυτή έχει τελειώσει. Στο απομονωτήριο του ασύλου που βρίσκεται, η νύχτα και η μέρα τού είναι το ίδιο αδιάφορες. Αν μπαίνει από το φεγγίτη λίγο φως, το κοιτάζει για μια στιγμή κ' έπειτα το επιστρέφει με όλη του την καρδιά. Βλέπει το φωτεινό εκείνο τετραγωνάκι, δειγματολόγιο σε σχήμα βιβλίου, ν' αλλάζει χρώματα, σα να το φυλλομετρά το αόρατο χέρι του Θεού. Ροζ, μπλε, πράσινο, μωβ... Αυτός όμως προτιμά το βελούδινο μαύρο που προεκτείνεται στο δωμάτιο όταν νυχτώσει.
Έτσι περνούνε οι ώρες, έτσι περνούνε οι μέρες κάθε ευτυχισμένου ονειροπόλου. Μένει ολομόναχος, ακίνητος μέσα στους τέσσερες τοίχους, σαν παλιά λιθογραφία στην κορνίζα της. Έχει το συναίσθημα ότι επραγματοποίησε το μεγάλο σκοπό της ζωής του. Τίποτε δεν αλλάζει από όσα τον περιστοιχίζουν. Και ο Χρόνος δεν υπάρχει.


Τελευταία

Από αυτόγραφο του ποιητή προφανώς δοσμένο από τον ίδιο στην Μαρία Πολυδούρη -- η οποία το εμπιστεύτηκε στη Μυρτιώτισσα. Το πιθανότερο είναι να γράφτηκε στα 1922.
(Είναι εδώ; Είναι εκεί; Εφυγε; Θα' ρθει; Πού είναι; Η τελευταία;)
Α! Το δάσος πέρα. Ενα τραπεζάκι κάτω από τ' απόμερο πεύκο. Και η νύχτα που ερχόταν σιγά σιγά για να μην τη νιώσουμε. Η βοή του βραδινού ανέμου στα κλαδιά. Τα λόγια που έλειπαν. Τα χέρια ωχρά. Τα μάτια και τ' αστέρια. Μεσάνυχτα. Τίποτε απ' όλα δεν είχε ειπωθεί.
(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Εγωισμός;)
Κι άλλοτε η θάλασσα. Τα πλοία που έφευγαν στον ορίζοντα παίρνοντας τα όνειρά μας. Ο φλοίσβος μα τις υποσχέσεις του. Εκεί πάνω στο βράχο τ' άφθονα και ανεξήγητα δάκρυα. Η μοναξιά στο απέρναντο. Τα φιλιά. Η ψυχή...
(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αυταπάτη;)
Aλλες φορές η αυγή αναπάντεχη και προδοτική. Από δρομάκια το κουραστικό γύρισμα. Οι πρώτοι θόρυβοι της ημέρας. Η γλυκιά μεταμέλεια στο ρπόσωπο που φωτιζόταν ολοένα. Το χαίρε...
(Eφυγε; Δε θα' ρθει πια; Τελευταία;)




Τρεις μεγάλες χαρές

Νέα Εστία, Γ', 62, 15 Ιουλίου 1929, 553-555 (μαζί με το «Φυγή»).
Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος!
Δ. Σολωμός
Ι. ΚΑΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Είναι ένας αγαθός γεροντάκος. Έπειτα από τριάντα χρόνων υπηρεσία, έχει να διατρέξει όλους τους βαθμούς. Γραφεύς στο πρωτόκολλο.
Πάντα έκανε τη δουλειά του ευσυνείδητα, σχεδόν με κέφι. Σκυμμένος από το πρωί ως το βράδυ στο παρθενικό βιβλίο του, περνούσε τους αριθμούς και αντέγραφε τις περιλήψεις. Κάποτε, μετά την καταχώριση ενός εισερχομένου ή ενός εξερχομένου, ετράβαγε μια γραμμή που έβγαινε από την τελευταία στήλη και προχωρούσε προς το περιθώριο, έτσι σαν απόπειρα φυγής. Αυτή η ουρά δεν είχε θέση εκειμέσα, όμως την τραωούσε βιαστικά, με πείσμα, θέλοντας να εκφράσει τον εαυτό του. Αν έσκυβε κανείς πάνω στην απλή και ίσια γραμμούλα, θα διάβαζε την ιστορία του καλού υπαλλήλου.
Νέος ακόμη, μπαίνοντας στην υπηρεσία, εχαιρέτησε με συγκαταβατικό χαμόγελο του συναδέλφους του. Έτυχε να καθίσει σ' αυτήν την καρέκλα. Κ' έμεινε εκεί. Ήρθαν άλλοι αργότερα, έφυγαν, επέθαναν. Αυτός έμεινε εκεί. Οι προϊστάμενοί του τον θεωρούσαν απαραίτητο. Είχε αποκτήσει μια φοβερή, μοιραία ειδικότητα.
Ελάχιστα πρακτικός άνθρωπος. Τίμιος, ιδεολόγος. Μ' όλη τη φτωχική του εμφάνιση, είχε αξιώσεις ευπατρίδου. Ένα πρωί, επειδή ο Διευθυντής του τού μίλησε κάπως φιλικότερα, επήρε το θάρρος, του απάντησε στον ενικό, εγέλασε μάλιστα ανοιχτόκαρδα και τον χτύπησε στον ώμο. Ο κύριος Διευθυντής τότε, μ' ένα παγωμένο βλέμμα, τον εκάρφωσε πάλι στη θέση του. Κ' έμεινε εκεί.
Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ από το γραφείο, παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο, βιαστικός βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα το μπαστούνι του με την ωραία, νικέλινη λαβή. Γράφει κύκλους μέσα στο άπειρο. Και μέσα στους κύκλους τα σημεία του απείρου. Όταν περάσει τα τελευταία σπίτια, θ' αφήσει πάντα να ξεφύγει ψηλά με ορμή το μπαστούνι του, έτσι σαν απόπειρα λυτρωμού.
Μετά τον περίπατο τρυπώνει σε μια ταβέρνα. Κάθεται μόνος, αντίκρυ στα μεγάλα, φρεσκοβαμμένα βαρέλια. Όλα έχουν γραμμένο πάνω απ' την κάνουλα, με παχιά, μαύρα γράμματα, τ' όνομά τους: Πηνειός, Γάγγης,. Μισσισσιππής, Τάρταρος. Κοιτάζει εκστατικός μπροστά του. Το τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, με το οποίο ταξιδέυει σε θαυμάσιους, άγνωστους κόσμους. Από τα πυκνά δέντρα, πίθηκοι σκύβουν και τον χαιρετάνε. Είναι ευτυχής.

II. ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Δεν ξέρω τι φορούσε στο κεφάλι. Τα ρούχα της δεν είχαν ούτε σχήμα ούτε χρώμα. Εμπήκε στο γραφείο κρατώντας στην αγκαλιά δυο παιδιά και σέρνοντας τέσσερα. Καθένα έκλαιγε ή εφώναζε με ιδιαίτερο τρόπο. Αλλο τραβούσε το φουστάνι της, άλλο τα μαλλιά της. Ένα αγόρι ως τριών χρονών έτρεμε με κάτι παράξενα αναφιλητά, χωρίς να κλαίει. Όλα μαζί -- φριχτή συμφωνία -- εκοίταζαν τη μητέρα τους όπως οι μουσικοί το μαέστρο. Αυτή όμως είχε ξεχάσει την παρτιτούρα της σ' ένα κομψό γραφειάκι από acajou.
Στάθηκε μπροστά μας με ορθάνοιχτα μάτια. Κάτι σαν ψεύτικο γέλιο, μια γκριμάτσα οίκτου προς τον εαυτό της, εξηγούσε τα λόγια της. Ήταν Αρμένισσα. Ο άντρας της επέθανε σ' ένα χωριό, κ' ήρθε από κει ζητώντας ψωμί για τα παιδιά της. Τώρα παρακαλούσε να στεγασθεί. Κάποιος που ήξερε τη γλώσσα της τής είπε ότι δεν υπήρχε πουθενά θέσις. Και καθώς δεν ήθελε να καταλάβει, την έβγαλαν έξω στο διάδρομο. Έμεινε ξαπλωμένη με τα παιδιά της ως το μεσημέρι. Την άλλη μέρα, η ίδια ιστορία. Ήρθε πολλές φορές ακόμη.
Επιτέλους την έριξαν σε μια αποθήκη. Τριάντα οικογένειες προσφύγων που έμεναν εκειμέσα είχαν χωρίσει τα νοικοκυριά τους πρόχειρα, με φανταστικούς τοίχους. Μπόγοι, κασέλες, κουβέρτες απλωμένες, ξύλα βαλμένα στη γραμμή, εσχημάτιζαν τετράγωνα, τα μαχητικά τετράγωνα της τελευταίας αμύνης. Σ' αυτές τις φωλιές ακινητούσαν ή εσάλευαν πένθιμα σκιές ανθρώπων. Τρεις τρεις, πέντε πέντε, σκορπισμένοι ανάμεσα σε ρυπαρά ρούχα και υπολείμματα επίπλων, ήταν σα να ψιθύριζαν παραμύθια ή να προσπαθούσαν σιγά ν' αποτινάξουν το σκοτάδι.
Τώρα η αποθήκη φωτίζεται από ένα κερί. Κάποιο δέμα τυλιγμένο με καθαρό άσπρο πανί έχει τοποθετηθεί προσκετικά, κάθετα προς τον τοίχο, χάμου. Είναι το μικρότερο από τα έξι παιδιά της Αρμένισσας, που πέθανε λίγες ώρες μετά την εγκατάστασή τους. Τ' αδέλφια του παίζουν έξω στον ήλιο. Η μητέρα, ξαλαφρωμένη, παραστέκει για τελευταία φορά το μωρό της. Οι άλλες γυναίκες τη μακαρίζουν, γιατί θα μπορέσει από αύριο να πιάσει δουλειά. Είναι σχεδόν ευτυχής. Και ο νεκρός ακόμη περιμένει με τόση αξιπρέπεια...

ΙΙΙ. ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ BOVARY
Στη μέση της γιορτής προχωρούσε αργά. Καθώς όλοι βιάζονταν γύρω της, ήταν σαν ένα μαύρο στίγμα σε πανί κινηματογράφου. Συντροφιές από νέους περνούσαν. Αλλοι την έβλεπαν κ' εξακολουθούσαν το δρόμο τους, άλλοι της εσφύριζαν ένα κομπλιμέντο, άλλοι της έλεγαν διστακτικά μια φράση περιμένοντας απάντηση. Όπου ο συνωστισμός ήταν μεγαλύτερος, η τόλμη ελευθερώνοταν και δεν αρκούσαν τα λόγια. Κάποιος εστάθηκε γελώντας μπροστά της, πρόσωπο με πρόσωπο, ώρα πολλή. Ναύτες επέρασαν δίπλα, κι όλοι επρόσεξαν να την σπρώξουν. Κάτι σκοτεινοί τύποι την ακολουθούσαν βήμα προς βήμα.
Ένιωθε τον εαυτό της κέντρο όλου αυτού του πλανόδιου ερωτισμού. Χωρίς να το καταλάβει επηρεαζόταν από την άγρια θέληση τόσων ανδρών. Εκνευρισμένη ακόμη από τον θόρυβο, τη ζέστη και την προσπάθεια να προχωρεί, στάθηκε σ' ένα κύκλο ανθρώπων. Σε λίγο κάποιος ήρθε σιμά της. Δεν τον έβλεπε, αισθανόταν όμως να σφίγγεται ολοένα πάνω της. Έπεφτε απότομα, ύστερα έμενε ακίνητος, ύστερα πάλι πλησίαζε, ακριβώς όπως ο λεπτοδείχτης, στα μεγάλα ρολόγια του δρόμου, προχωρεί με αραιά πηδήματα προς τον ωροδείχτη. Το σώμα της τώρα, που το προστάτευε μόλις ένα λεπτό φόρεμα, ήταν ολόκληρο πάνω στο δικό του. Μουδιασμένη, εκμηδενισμένη, έκλεισε τα μάτια, κ' έγειρε ελαφρά. Αυτός τότε, αρπάζοντας με βία το χέρι της, της μίλησε. Εγύρισε και τον είδε. Αλήτης. Κόκκινο, ζαρωμένο πρόσωπο, μάτια αναμμένα, γένια πυρρά. Τα ρούχα του, ξεβαμμένα, είχαν ένα κοκκινωπό χρώμα. Έσκυψε το κεφάλι της κοκκινίζοντας. Ήταν λοιπόν ο Έρως;
Εσυνέχισε το δρόμο της χωρίς ν' απαντήσει. Την έσπρωχνε μέσα στο πλήθος. όταν απομακρύνθηκαν στάθηκε και το είπε να την οδηγήσει όπου ήθελε. Αυτή θα τον ακολουθούσε σε μικρή απόσταση. Εκοίταξε δύσπιστος, αλλά επροχώρησε. Έφτασαν σε δρόμους ερημικούς. Εβγήκαν έξω από την πόλη. Τώρα περπατούσαν δίπλα σ' ένα φράχτη. Ήταν πανσέληνος. Η ευωδιά των κήπων εγέμιζε τα στήθη της. Μέσα στη σιωπή ακούονταν οι γρύλοι και τα γρήγορα βήματα των δύο ανθρώπων. Εγύριζε και την έβλεπε συχνά. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από το φεγγάρι, παίρνοντας μια ξένη έκφραση. Και η σιλουέτα του, με τα παλιά, σχισμένα ρούχα, καθώς επήγαινε κουτσαίνοντας λίγο, είχε κάποιον αλλιώτικο, βιβλικό χαρακτήρα. Έφταναν σ' ένα δάσος. «Εδώ» είπε ο άντρας βραχνά.
Από τα μάτια της επέρασαν την ίδια στιγμή εικόνες παιδικών αναμνήσεων. Οι χαλκομανίες με τα ξανθά αγγελούδια που κρατούσαν γιρλάντες από τριαντάφυλλα και χαμογελούσαν, φυλακισμένα στα φύλλα ενός βιβλίου. Οι βασίλισσες και οι ιππότες των παραμυθιών. Το μωβ φορεματάκι της πρώτης κούκλας. Ο θάνατος του αδελφού της...Ύστερα, όταν μεγάλωσε, τα χρόνια που πέρασε μονάχη με την μητέρα της. Έχανε κανείς τον αριθμό τους μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο. Και οι ενοικιαστές. Έχανε κανείς τη σειρά τους...
Ο άλλος ήταν ευτυχής. Σαν πράγμα αφέθηκε στα χέρια του. Την έσχισε σα χαρτί και την πέταξε χάμου με θυμό ασυγκράτητο, με την πρωτόγονη ορμή της διψασμένης του νιότης. Στις ακούσιες και άτονες αρνήσεις της, στις σβησμένες λέξεις που επρόφερε όχι η ίδια αλά το φύλο της, στην ένστικτο υποχώρηση της σάρκας της, αυτός είχε ν' αντιτάξει βλαστήμιες και βρισιές, που εσκέπαζαν, εξιλέωναν με χυδαιότητα όλες τις άσεμνες κινήσεις του. Σκληρό, παγωμένο το στόμα του, με μια αποπνικτική ανάσα, αληθινή πληγή, εσφράγιζε αιματηρά τους ώμους, τα χείλη, το αγνό μέτωπο. Είχε την εντύπωση ότι κάπου αλλού συνέβαινε αυτή η φριχτή ιστορία, κ' έκλεισε τα μάτια της.
Επέρασαν ώρες. Η αυγή έσκυβε στο ίνδαλμά της. Το πελιδνό σώμα της γυναίκας έλαμπε σαν άστρο διαρκώς περσότερο. Μέσα στα δάκρυά της εκοίταξε γύρω έκπληκτη. Εζήτησε να ντυθεί. Δεν ήθελε να την αφήσει. Της μιλούσε τώρα με τρυφερότητα. Ύστερα άρχισε να τραγουδάει. Της είπε κάτι σαν αστείο. Τέλος σηκώθηκε και, χωρίς λόγο, επήδηξε τρεις φορές όσο μπορούσε πιο ψηλα, ξεφωνίζοντας ασυνάρτητες λέξεις. Σε λίγη ώρα την αγκάλιασε πάλι. Ήταν ευτυχής.

Φυγή

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Νέα Εστία", Γ', 62, 15 Ιουλίου 1929. Το χειρόγραφο σώζεται ακόμη. Με τον ίδιο τίτλο είχε δημοσιεύσει στη Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας) ανάλογο ποίημα.
Ι
Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο. Γύρω δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, αλλά τείχη που στενεύουν διαρκώς περισσότερο, τέλματα στα οποία βυθίζομαι ολοένα. Αναρχούμαι από τις αισθήσεις μου.
Η παραμικρότερη υπόθεση γίνεται τώρα σωστή περιπέτεια. Για να πω μια κοινή φράση, πρέπει να τη διανοηθώ σ' όλη της την έκταση, στην ιστορική της θέση, στις αιτίες και τα αποτελέσματά της. Αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μου.

ΙΙ
Είμαι ο Φαίδων ριγμένος στη λάσπη. Θαυμαστό βιβλίο, που οι έννοιές του δε θα το σώσουν από τον άνεμο και τη βροχή, από τα στοιχεία και τους ανθρώπους.

ΙΙΙ
Στο χυδαίο αυτό καρναβάλι, εφόρεσα αληθινή πορφύρα, στέμμα από καθαρό, ατόφιο χρυσάφι, ύψωσα ένα σκήπτρο πάνω από τα πλήθη, κ' επήγαινα ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Έχανα τη συνείδηση του περιβάλλοντος, αλλά επήγαινα σαν υπνοβάτης, ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Οι παλιάτσοι έτρεχαν μπροστά μου ή εχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Εφώναζαν, εχτυπούσαν. Αλλά εγώ επήγαινα βλέποντας τα σύννεφα και ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα επροχωρούσα. Με τους αγκώνες άνοιγα τόπο, αφήνοντας πίσω μου ράκη. Αποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στον ήλιο έσπαζαν οι καγχασμοί των άλλων. Κ' ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σαν τσακισμένο δέντρο, άκουσα για τελευταία φορά την εσωτερική μου φωνή.

ΙV
Και τώρα έχασα την ήρεμο ενατένιση. Πού ν' αφήσω το βάρος του εαυτού μου; Δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με του κήπους. Τα βουνά με ταπεινώνουν. Για να δώσω τροφή στους λογισμούς μου, παίρνω το μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δύο φορές δε θα ιδώ το ίδιο πράγμα. Οι χωρικοί που στέκονται απορημένοι, έχουν την άγνοια και την υγεία. Τα σπίτια τους είναι παλάτια παραμυθιού. Οι κατσίκες τους δε μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπώ το πόδι και φεύγω. Περπατώ ολόκληρες μέρες. Πού πηγαίνω; Όταν γυρίσω το κεφάλι, ξέρω πως θ' αντικρίσω το φάσμα του εαυτού μου.


ΦΥΓΗ
Αμίλητη, κυνηγημένηφτάνει σ' ερειπωμένο τόιχο·στηρίζεται και περιμένειένα κελάηδημα, ένα στίχο.
Γύρω το δάσος με τις μπόρεςφεύγει σαν πλοίο στην τρικυμία.Κ' ήτανε ημέρες ανθοφόρες --επέρασαν -- κ' ήτανε μία...
Τώρα την άβυσσο ρωτάειπώς βρέθηκε άξαφνα δωπέρα,ενώ στα μάτια της κρατάει,φως όλη, εκείνη την ημέρα.
Ψυχή, λησμόνει τα όνειρά σου.Ήρθες, πουλί στην καταιγίδα,κ' εχάρισες όλου του δάσους την τελευταία μας ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου